Περιεχόμενα
4.0 Επικοινωνία της υπόθεσης της Χημικής Ανισορροπίας
Προκειμένου να εδραιωθεί η υπόθεση της Χημικής Ανισορροπίας όφειλε να μεταπηδήσει από τα επιστημονικά εγχειρίδια και μελέτες, στα εκπαιδευτικά προγράμματα και στην δημόσια σφαίρα. Τα βιοκεντρικά αφηγήματα έχουν άμεσες συνέπειες στον τρόπο που οι φαρμακευτικές εταιρίες προωθούν τα σκευάσματα τους. Για παράδειγμα, πριν από αυτήν την υπόθεση το φάρμακο Butisol στην δεκαετία του 50’ προωθούνταν ως το “ημερήσιο ηρεμιστικό για το καθημερινό συναισθηματικό στρες” ενώ το φάρμακο Βάλιουμ στην δεκαετία του 70’ προωθήθηκε ως “για το αδιάκοπα συσσωρευμένο συναισθηματικό στρες της καθημερινότητας με αποτέλεσμα την απενεργοποίηση της έντασης” (Leo & Lacasse, 2007). O Valenstein (1998) αναφέρει χαρακτηριστικά πως ένα ενημερωτικό φυλλάδιο στην δεκαετία του 1990 με θέμα την κατάθλιψη ανέφερε πως “όταν η σεροτονίνη είναι ανεπαρκής ίσως πάσχεις από κατάθλιψη”. Στο σημείο αυτό είναι ξεκάθαρη η αναπαραγωγή της σεροτονικής υπόθεσης. Κατά αυτόν τον τρόπο δημιουργείται μία ασθένεια και το αντίστοιχο φάρμακο που μπορεί να την γιατρέψει. Μία ακόμη διαφήμιση της Pfeizer για το προϊόν της Zoloft το 2003 ανέφερε “ενώ η αιτία παραμένει άγνωστη, η κατάθλιψη μπορεί να συσχετιστεί με μία ανισορροπία των φυσικών χημειών μεταξύ των νευρικών κυττάρων του εγκεφάλου, και το συνταγογραφημένο Zoloft δουλεύει για να διορθώσει αυτήν την ανισορροπία.” (Ang, Horwitz & Moncrieff, 2022· Lacasse & Leo, 2005).
Πολλοί/ές μελετητές/μελετήτριες θεωρούν πως οι διαφημίσεις και η δημόσιες καμπάνιες των φαρμακευτικών εταιρειών έχουν συμβάλει ιδιαίτερα στην εδραίωση της υπόθεσης της Χημικής Ανισορροπίας και κατ’ επέκτασιν της υπερφαρμακολογίας ακόμη και σε πιο ήπιες διαγνώσεις όπως είναι μία ήπια κατάθλιψη (Moncrieff, 2022a· Deacon, 2013· Leo & Lacrasse, 2007· Lebowitz & Appelbaum, 2019). Μία διαφορά μεταξύ Ευρώπης, βόρειας Αμερικής και Νέα Ζηλανδία είναι πως από το 1996 επιτρέπονται (Mintzes et al., 2003) διαφημίσεις συνταγογραφούμενων φαρμάκων απευθείας στο κοινό. Σε αντίθεση η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν επέτρεψε την μαζική έκθεση διαφημίσεων συνταγογραφούμενων φαρμάκων θεωρώντας πως οι φαρμακευτικές εταιρίες δεν μπορούν να διαμοιράσουν αξιόπιστα αυτές τις πληροφορίες (Cozens, 2002).
Στο παρόν κεφάλαιο θα επιχειρηθεί να αναδειχθεί πως η σεροτονική υπόθεση πράγματι υπήρξε σημείο επικοινωνίας. Πως επικοινωνείται στην εκπαίδευση, σε επιστημονικά περιοδικά και στην δημόσια σφαίρα. Τι ρόλο παίζουν οι φαρμακευτικές εταιρείες και ποιοι άλλοι παράγοντες συμβάλλουν στην συνέχιση του αφηγήματος της Χημικής Ανισορροπίας. Πως πλαισιώνουν ορισμένοι επαγγελματίες ψυχικής υγείας αυτό το αφήγημα συνεχίζοντας να το χρησιμοποιούν. Τέλος, όλα τα παραπάνω είναι ιδιαίτερα σημαντικά αφού προκειμένου να θεωρηθεί μύθος η υπόθεση της Χημικής Ανισορροπίας οφείλει να έχει αποτελέσει προϊόν εκπαίδευσης και επικοινωνίας τόσο στην δημόσια σφαίρα όσο και στα σημεία ψυχικής περίθαλψης.
4.1 Η υπόθεση της Χημικής Ανισορροπίας στην εκπαίδευση και επιστημονική σφαίρα
Μεγάλο μέρος της επικοινωνίας επιστημονικών ιδεών και θέσεων αποτελούν τα επιστημονικά άρθρα, τα οποία κοινοποιούν θέσεις και τοποθετήσεις για τα εκάστοτε επιστημονικά θέματα που μελετώνται. Η υπόθεση της Χημικής Ανισορροπίας είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στην αρθρογραφία. Αναζητώντας18 τις φράσεις: “etiology of depression, aetiology of depression, biology of depression, neurobiology of depression” ως περιεχόμενο αιτιολόγησης της κατάθλιψης, το 76,6% των αποτελεσμάτων που βγήκαν έκαναν αναφορά στην σεροτονίνη. Μόλις το 23,3% δεν έκανε αναφορά εκ των οποίων μόλις το 6,6% έκανε αναφορά σε περιβαλλοντικούς παράγοντες (Ang, Horwitz & Moncrieff, 2022). Οι παραπάνω δημοσιεύσεις οφείλουν να θεωρηθούν σημαντικές καθώς απολαμβάνουν πολλές αναφορές, από 3432 μέχρι 115 με μέσο όρο 607.
Ειδικότερα, αναζητώντας το θέμα της σεροτονίνης στο google scholars: “Seretonin and Depression, 5-HT and Depression, Role of Seretonin in Depression, Serotonin Hypothesis of Depression” οι συγγραφείς αναφέρουν πως το 53% των άρθρων που βρέθηκαν υποστήριζαν απόλυτα την σεροτονική υπόθεση, το 33% υποστήριζε εν μέρη την υπόθεση, 7% των άρθρων μιλούσαν για τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα δίχως να κάνουν αναφορά στην σεροτονική υπόθεση, και μόλις 3% αμφισβήτησε την σεροτνονική υπόθεση. Οι συγκεκριμένες δημοσιεύσεις φέρουν ακόμα μεγαλύτερο αριθμό αναφορών από τα προηγούμενα άρθρα.
Λόγω του υψηλού αριθμού αναφορών είναι ασφαλές να ειπωθεί πως η αρθρογραφία αυτή πιθανόν να έχει ασκήσει έντονη επιρροή στις απόψεις των επαγγελματιών ψυχικής υγείας για το σεροτονικό σύστημα. Το άρθρο των κριτηρίων του Feighner (Feighner, Robins, Guze, Woodruff, Winokur, & Munoz, 1972) το 1989 αποτέλεσε το επιστημονικό άρθρο που έλαβε τις περισσότερες αναφορές από οποιοδήποτε επιστημονικό άρθρο σε ψυχιατρικό επιστημονικό περιοδικό. Έλαβε 3950 αναφορές (Feighner, 1989). Αναδεικνύοντας το ερώτημα κατά πόσο οι επιστήμονες / επιστημόνισσες μελετούν τα άρθρα που κάνουν αναφορά, ιδιαίτερα αυτά που θεωρούνται κλασσικά στο επιστημονικό πεδίο τους. Τα συγκεκριμένα άρθρα δημιουργούν συχνά στέρεες αφηγήσεις γύρω από τον εαυτό τους πιθανόν προκαλώντας έτσι την αίσθηση πως η μελέτη τους ίσως είναι αχρείαστη.
Το θέμα των εκπαιδευτικών εγχειριδίων έχει επίσης μελετηθεί στις Η.Π.Α. και Ηνωμένο Βασίλειο. Εξετάζοντας τέσσερα εκπαιδευτικά βιβλία του Ηνωμένου Βασιλείου19 και δύο εκπαιδευτικά βιβλία των Η.Π.Α.20 αναδεικνύεται πως όλα τα εκπαιδευτικά εγχειρίδια αναφέρουν πως η σεροτονική ανάγνωση της κατάθλιψης είναι μία υπόθεση της οποίας οι ενδείξεις δεν αποτελούν απαραιτήτως απόδειξη. Όμως, όλα τα βιβλία αφιερώνουν ιδιαίτερα μεγάλο χώρο σε αυτήν την υπόθεση (Ang, Horwitz & Moncrieff, 2022) συχνά αναφέροντας διφορούμενες προτάσεις ως προς την μη απόδειξη της υπόθεσης, όπως “5-HT is intimately involved in mood disorder” και “the function of monoamine neurons generally, and of serotonergic projections in particular, is closely associated with mood regulation” (New Oxford Textbook of Psychiatry). Αυτή η αμφισημία μπορεί να δημιουργήσει λανθασμένες εντυπώσεις ιδιαίτερα σε έναν άνθρωπο που βρίσκεται στα χρόνια των σπουδών του.
Το ζήτημα των εκπαιδευτικών εγχειριδίων δεν έχει μελετηθεί στην Ελλάδα. Όμως, η στάση των επαγγελματιών, ψυχολόγων, ψυχιάτρων, κοινωνικών λειτουργών και ψυχιατρικών νοσηλευτ(ρι)ών φαίνεται να μην διαφέρει. Σύμφωνα με τις θεωρίες επικοινωνίας (Watzlawick, Bavelas & Jackson, 2014), η έκταση που δίνεται σε ένα θέμα αποτελεί εξίσου σημαντική πληροφορία με την λεκτική επικοινωνία των ανθρώπων και τα περιεχόμενα των πληροφοριών. Με άλλα λόγια, ο χώρος που δίνεται στην περιγραφή του μηχανισμού της σεροτονίνης συνάμα με τις αμφιλεγόμενες περιγραφές, πιθανόν να δίνουν την αίσθηση πως δεν πρόκειται για μία υπόθεση αλλά για ένα επιστημονικό γεγονός παρόλο που γίνεται αναφορά πως πρόκειται για μία υπόθεση που δεν έχει λάβει ποτέ επιβεβαίωση.
4.2 Άλλοι παράγοντας που συντέλεσαν/συντελούν στην εδραίωση – διατήρηση της υπόθεσης της Χημικής Ανισορροπίας
Τελειώνοντας οι σπουδές οι διάφοροι κλάδοι των επαγγελματιών ψυχικής υγείας διαφοροποιούνται μεταξύ τους, καθώς μόνο ο ψυχιατρικός κλάδος μπορεί και συνταγογραφεί φάρμακα. Έχοντας λάβει μία αμφισημική εκπαίδευση για το θέμα της Χημικής Ανισορροπίας όπως αναφέρεται παραπάνω, πλέον οι διάφοροι κλάδοι έρχονται αντιμέτωποι με την εργασία. Οι άνθρωποι που σπουδάζουν ψυχιατρική γρήγορα έρχονται σε επαφή με τον εταιρικό κόσμο των φαρμακευτικών εταιρειών, αν δεν έχουν έρθει ήδη από τις σπουδές τους. Αν και έχει μελετηθεί αρκετά ο ρόλος των φαρμακευτικών εταιρειών, την επιρροή που ασκούν στην επιστημονική μελέτη, γνώση και πράξη (Gagnon & Lexchin, 2008· Amsterdam, McHenry & Jureidini, 2017· Fugh-Berman & Ahari, 2007), δεν μπορεί να αναλυθεί το θέμα σε όλη του την έκταση στην παρούσα μελέτη. Έτσι, θα γίνει αναφορά μόνο σε ορισμένα ενδεικτικά σημεία που έρχονται σε άμεση επαφή με την δημιουργία και συντήρηση της υπόθεσης της Χημικής Ανισορροπίας.
Χαρακτηριστικό είναι ότι στην Ελλάδα, αλλά και στις περισσότερες άλλες χώρες, η εκπαίδευση των ειδικευόμενων ψυχιάτρων στην φαρμακολογία προσφέρεται όχι στα πανεπιστήμια, αλλά μέσω των φαρμακευτικών εταιρειών. Επιπροσθέτως, αρκετοί/ες ιατροί αναφέρουν πως δεν επηρεάζονται από τους ιατρικούς επισκέπτες ή πως αυτές οι επισκέψεις είναι χρήσιμες για τους/ις ασθενείς τους καθώς λαμβάνουν έτσι πρόσβαση σε ορισμένα φάρμακα που διαφορετικά δεν θα είχαν (Brax et al., 2017· Larkin et al., 2021). Όμως οι μελέτες δείχνουν πως αυτός ο ισχυρισμός αποτελεί μία μεγάλη απλούστευση της αλληλεπίδρασης. Ο κλάδος των ιατρικών επισκεπτών είναι ιδιαίτερα αναπτυγμένος, οπλισμένος με ποικίλες τεχνικές ώστε να εγκλωβίσουν τους/ις θεράποντες ιατρούς να συνταγογραφήσουν το νέο και συχνά πιο ακριβό φάρμακο που προσφέρει η εταιρεία. Οι Fugh-Berman και Ahari (2007) μελετώντας τον τρόπο επιρροής των ιατρικών επισκεπτών συναντούν διάφορες τεχνοτροπίες, μεταξύ άλλων κοινωνικές τεχνικές πίεσης, όπως είναι τα δώρα και οι συχνές επισκέψεις, παρακολούθησης των συνταγογραφημένων φαρμάκων μέσω των συνταγών ή στοχευμένες για το προϊόν επιστημονικές μελέτες για τους πιο απαιτητικούς επαγγελματίες. Όμως, οι συγγραφείς συγκαταλέγουν στις αιτίες επιρροής μεταξύ άλλων και τις δύσκολες και πολλές ώρες εργασίας των ιατρών, το γεγονός πως συχνά κατακλύζονται από πληροφορίες και μελέτες, την μεγάλη γραφειοκρατία που έχουν να αντιμετωπίσουν και μέσα σε όλο αυτό συχνά οι ιατροί βιώνουν ένα έντονο αίσθημα υποτίμησης και μη αναγνώρισης. Οι δύσκολες και συχνά άδικες εργασιακές συνθήκες δεν επιτρέπουν την οργάνωση της γνώσης και εργασίας και την δημιουργία μικρών ανεξάρτητων πυρήνων συζήτησης και ανταλλαγής απόψεων για τα επίμαχα θέματα της ψυχιατρικής περίθαλψης. Όποιοι και αν είναι οι λόγοι, υπάρχει μία ενεργή συσχέτιση μεταξύ των ιατρών που συναντούν ιατρικούς επισκέπτες και την αλλοίωση του τρόπου συνταγογράφησης τους (Brennan et al., 2006· Salmasi, Ming & Khan, 2016· Fischer et al., 2009).
Μια μέτα-μελέτη τεσσάρων μελετών αναφέρει πως κατά τις επισκέψεις με τους ιατρούς, οι ιατρικοί επισκέπτες αναφέρουν επιλεκτικές πληροφορίες για τα προϊόντα τους, επιλέγοντας συνήθως τις θετικές (Lexchin, 1997). Το γεγονός αυτό καθιστά ιδιαίτερα επικίνδυνο την αποδοχή επισκέψεων φαρμακευτικών εκπροσώπων αν δεν συγκριθούν οι πληροφορίες που δίνουν με άλλες πηγές. Επίσης. οι φαρμακευτικές εταιρείες χρηματοδοτούν μεγάλο κομμάτι της έρευνας και εκπαίδευσης ασκώντας έτσι μεγάλη επιρροή στα επιστημονικά δεδομένα και τις ερμηνείες αυτών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ερώτημα αν λειτουργούν τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα τύπου SSRI. Εξετάζοντας 14 μελέτες για την αποδοτικότητα των αντικαταθλιπτικών έναντι Placebo οι Arroll et al. (2009) αναφέρουν πως οι μελέτες περιγράφουν τα SSRI και τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά ως αποτελεσματικά. Όμως, συμπληρώνουν δίπλα πως οι περισσότερες μελέτες έλαβαν χρηματοδότηση από από φαρμακευτικές εταιρείες και ο χρόνος διεξαγωγής τους ήταν σύντομος. Φαίνεται πως αυτή η πρόταση δυστυχώς είναι σημαντική.
Μία σειρά από μέτα – μελέτες που πραγματοποιούνται με κρατικούς πόρους δείχνουν να καταλήγουν σε διαφορετικά αποτελέσματα (Kirsch et al. 2008· Andrew et al. 2012· Moncrieff, Cooper & Stockmann, 2023). Εν γένει, η μέτρηση αποδοτικότητας των φαρμάκων αποτελεί μία σύνθετη διαδικασία. Όμως, στην ιστορία των σωματικών θεραπειών του ψυχικού πόνου ανακύπτουν ξανά και ξανά θεραπείας με υψηλά ποσοστά επιτυχίας που αποσύρονται μετά από αρκετές δεκαετίες με την αιτιολογία πως εν τέλη δεν ήταν πιο αποτελεσματικές έναντι κάποιου εικονικού φαρμάκου ή απλού ηρεμιστικού. Η μέτρηση απόδοσης των αντικαταθλιπτικών φαρμάκων αποτελεί μία ιδιαίτερα σημαντική διαδικασία αφού ολόκληρη η υπόθεση της Χημικής Ανισορροπίας βασίζεται στο γεγονός πως λειτουργούν τα συγκεκριμένα φάρμακα.
Ο Kirsch (2009) μελετώντας το θέμα των φαρμάκων ασκεί ιδιαίτερη κριτική στην μεθοδολογία των ερευνών που αξιολογούν την απόδοση τους. Για παράδειγμα, αναφέρει πως το θέμα της διπλής τυφλότητας (double blind) που αποτελεί πολύ κρίσιμο σημείο των ερευνών αυτών δεν τηρείται στις έρευνες των αντικαταθλιπτικών δημιουργώντας αλλοιωμένα αποτελέσματα. Οι Rabkin et al. (1986) εξετάζοντας το θέμα του double blind σε μελέτες αντικαταθλιπτικών σε ένα δείγμα 137 ασθενών και των γιατρών τους ανακαλύπτουν πως 80% των ανθρώπων μάντεψαν ορθά για το αν βρίσκεται σε δοκιμή ενεργού ή εικονικού φαρμάκου και το ποσοστό είναι ακόμα μεγαλύτερο για τους γιατρούς που δήλωσαν ορθά 87% αν ο ασθενής λαμβάνει ενεργό ή εικονικό φάρμακο.
Η μεθοδολογία του double blind είναι σημαντική καθώς προσδίδει εγκυρότητα στην κλινική δοκιμή του φαρμάκου. Διαφορετικά, ενέχει τον κίνδυνο η δοκιμή να διέπεται από μεροληπτική αξιολόγηση. Δηλαδή, αν οι ασθενείς γνωρίζουν πως λαμβάνουν το ενεργό φάρμακο πιθανόν να δημιουργηθούν προσδοκίες ή να αλλοιωθούν οι πληροφορίες που δίνουν στους γιατρούς. Βέβαια, αυτό λειτουργεί και αμφίδρομα. Αν ο γιατρός γνωρίζει πως ο/η ασθενής λαμβάνει το ενεργό φάρμακο ενδέχεται ο ενθουσιασμός του επαγγελματία να μεταφερθεί στον/ην ασθενή και έτσι να αλλοιώσει την κλινική εικόνα του/ης. Σημαντικό εδώ είναι πως τα ψυχιατρικά φάρμακα ενώ περιγράφονται ως ειδικά δεν στοχεύουν σε κάποιον βιοδείκτη. Η αξιολόγηση τους γίνεται με βάση αυτοαναφορικών αξιολογήσεων των ανθρώπων που τα λαμβάνουν. Η γνώση πως ο ασθενής λαμβάνει το ενεργό φάρμακο μπορεί να πυροδοτήσει το φαινόμενο του εικονικού φαρμάκου (placebo effect). Ο Kirsch (2009) εξετάζοντας τις επίσημες καταθέσεις των δοκιμών μέσω των οποίων δόθηκαν οι άδειες των αντικαταθλιπτικών φαρμάκων αναφέρει πως το φαινόμενο του εικονικού φαρμάκου έπαιξε τεράστιο ρόλο.
Ακόμα και η ονοματοδοσία των φαρμάκων ως αντικαταθλιπτικά είναι ιδιαίτερα παραπλανητικά καθώς εύκολα δημιουργείται η εντύπωση πως θεραπεύουν την κατάθλιψη, δηλαδή η κατάθλιψη είναι νόσος και ο μηχανισμός των φαρμάκων θα είναι αντίστοιχος του μηχανισμού της νόσου. Η Moncrieff (2008) αναφέρει πως και στην περίπτωση των αντικαταθλιπτικών φαρμάκων, η ιδέα μιας ειδικής θεραπείας21 προηγείται της υπόθεσης της Χημικής Ανισορροπίας αποτελώντας ακόμη ένα παράδειγμα όπου η θεραπεία φτιάχνει / σμιλεύει την νόσο.
Ένας επιπλέον παράγοντας που συντέλεσε στην εδραίωση της υπόθεσης της Χημικής Ανισορροπίας είναι το μάρκετινγκ των φαρμάκων. Οι δημοσιευμένες μετρήσεις του καταμερισμού των εξόδων των φαρμακευτικών εταιρειών δείχνουν πως τα περισσότερα χρήματα μοιράζονται στον τομέα της Μελέτης και Ανάπτυξης έναντι του τομέα της Προώθησης. Οι Gagnon και Lexchin (2008) προτείνουν κάποιες αλλαγές στον τρόπο που μετρούνται τα έξοδα αυτών των εταιρειών. Για παράδειγμα, προσθέτουν στα έξοδα του τομέα της Προώθησης των φαρμακευτικών εταιρειών, τις χρηματοδοτήσεις των επιστημονικών συνεδρίων που αποτελούν μία τεράστια επιρροή που ασκείται στο επιστημονικό προσωπικό του χώρου της ψυχικής υγείας. Επίσης, εισάγουν τα έξοδα της τέταρτης φάσης των δοκιμών των φαρμάκων που ονομάζονται δοκιμές σποράς (Seeding trials). Η συγκεκριμένη φάση έχει ως σκοπό την προώθηση των φαρμάκων στην ομάδα στόχου, που είτε έχουν μόλις εγκριθεί ή έπεται να εγκριθούν. Αυτή η φάση αναφέρεται συχνά πως δεν φέρει καμία επιστημονική σκοπιμότητα αλλά αποτελεί έναν έγκριτο τρόπο προώθησης νέων προϊόντων (Kessler et al., 1994· Hill et al. 2008· Fretheim & Oxman, 2005). Τέλος, λόγω της έλλειψης κρατικού ελέγχου εξόδων των φαρμακευτικών εταιρειών υπάρχουν μόνο ιδιωτικές εταιρείες που συλλέγουν αυτές τις πληροφορίες μη φέροντας φυσικά την αξιοπιστία ενός κρατικού φορέα. Συχνά, η άθροιση των αναφερόμενων εξόδων αυτών των εταιρειών δεν συνάδει με τον ετήσιο προϋπολογισμό που όμως δεν δείχνει που ξοδεύτηκαν τα λεφτά. Έτσι, αποφάσισαν οι μελετητές να εισάγουν πληροφορίες από πολλαπλές ιδιωτικές πηγές συγκρίνοντας τα νούμερα. Το αποτέλεσμα που βρήκαν είναι πως οι φαρμακευτικές εταιρείες στην βόρεια Αμερική ξοδεύουν σχεδόν διπλάσια χρήματα για την Προώθηση των προϊόντων τους έναντι την Μελέτη και Ανάπτυξη των φαρμάκων.
Επίσης, συχνά οι εταιρείες συνάπτουν οικονομικές σχέσεις με ακαδημαϊκούς που μελετούν θέματα συναφή με τα προϊόντα τους. Επιλέγονται πρόσωπα κλειδιά που στον επιστημονικό τους χώρο ασκούν μεγάλη επιρροή. Κομμάτι αυτού του συστήματος είναι και η αφανής γραφή που επηρεάζει ιδιαίτερα την επιστημονική βιβλιογραφία. Συχνά, οι εταιρείες δημοσιεύουν επιστημονικά άρθρα υπό το όνομα κάποιου αναγνωρισμένου επιστήμονα ο/η οποίος/α είχε ελάχιστη ή και καθόλου εμπλοκή στην σύνταξη του (Sismondo, 2007). Επειδή η αφανής επιστημονική συγγραφή είναι κρυμμένη δεν μπορεί να υπολογιστεί κατά πόσο έχει επηρεάσει την κοινή επιστημονική γνώμη. Όμως, γνωρίζουμε πως οι σχέσεις μεταξύ επιστημών, ακαδημαϊκών και εταιρειών είναι φαινόμενο τόσο συνηθισμένο που το 2000 όταν το περιοδικό “New England Journal of Medicine” ήθελε να γράψει ένα άρθρο για τα αντικαταθλιπτικά, δυσκολεύτηκε ιδιαίτερα να βρει κάποιον/α που δεν είχε οικονομικές σχέσεις με τις αντίστοιχες φαρμακευτικές εταιρείες (Angell, 2000).
Το κύρος μεγάλων ονομάτων μπορεί να αξιοποιηθεί με ποικίλους τρόπους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα στο θέμα της Χημικής Ανισορροπίας είναι η απάντηση που δόθηκε στην δημοσίευση των Moncrieff, Cooper, Stockmann, Amendola, Hengartner και Horwitz (2022) με τίτλο “The serotonin theory of depression: A Systematic Umbrella Review of the evidence” που επιχειρεί μέσω συστηματικών μέτα αναλύσεων να δώσει απάντηση στο ερώτημα αν η υπόθεση της Χημικής Ανισορροπίας έχει επιβεβαιωθεί ποτέ στην βιβλιογραφία. Οι Jauhar et al. (2023) απαντούν με έναν ειρωνικό τίτλο: “A leaky umbrella has little value: evidence clearly indicates the serotonin system is implicated in depression”, δείχνοντας ήδη τον παθητικό – επιθετικό τρόπο που πλαισιώνουν το ζήτημα. Δεν σταματάει εκεί ο τρόπος που απαντούν καθώς μέσα στο επιστημονικό άρθρο ασκούν κριτική στην μεθοδολογία του προγενέστερου άρθρου Moncrieff et al. (2022) δίχως όμως να ξεδιπλώνουν έναν μεθοδολογικό συλλογισμό, φέροντας αξιακές επικρίσεις, πως “αυτό δεν το κάνουμε στις επιστημονικές μελέτες”. Βλέποντας αυτόν τον τρόπο γραφής δεν μπορώ παρά να σκεφτώ πως πρόκειται για μία τοποθέτηση από θέση εξουσίας. Το κυρίαρχο Παράδειγμα δεν είναι αυτό που χρειάζεται να δικαιολογηθεί αλλά η αντιπρόταση οφείλει να φέρει επιχειρήματα. Επιπροσθέτως, 35 άνθρωποι συνυπογράφουν το συγκεκριμένο άρθρο δείχνοντας πολύ καθαρά πως οι αριθμοί μιλούν. Δεν είναι συνηθισμένο να υπογράφουν τόσοι επιστήμονες/επιστημόνισσες ένα άρθρο. Δηλαδή, αν διαιρέσουμε τις λέξεις του άρθρου με τον αριθμό των συγγραφέων συμπεραίνεται πως ο/η κάθε ένας/μία συμπλήρωσε περίπου 44 λέξεις που προφανώς μόνο χιουμοριστικά μπορεί να ιδωθεί αυτό. Το άρθρο καταλήγει στο συμπέρασμα πως απεικονιστικές τεχνολογίες σε ανθρώπους που είναι ευάλωτοι σε ή πάσχουν από κατάθλιψη δείχνει πως η σεροτονίνη (5-HT) παίζει κάποιο ρόλο ενώ η αποτελεσματικότητα των αντικαταθλιπτικών αποτελεί απόδειξη αυτής της θέσης, δηλαδή αναιρεί πλήρως την δημοσίευση των Moncrieff et al. (2022).
Η δημοσίευση των Jauhar et al. (2023) απαντήθηκε από τους προηγούμενους συγγραφείς (Moncrieff et al., 2022) με την προσθήκη ενός ακόμη συγγραφέα, τον Martin Plőderl στο άρθρο Moncrieff, Cooper και Stockmann et al. (2023). Αναλύθηκαν εκ νέου τα σημεία της μεθοδολογίας, απαντώντας στα ερωτήματα του προηγούμενου άρθρου με έναν εξαιρετικά αναλυτικό τρόπο. Αξίζει να σημειωθεί πως και τα τρία άρθρα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Molecular Psychiatry του Nature. Το συγκεκριμένο σημείο δεν αποτελεί την μόνη δημόσια επιστημονική διαβούλευση στο θέμα της Χημικής Ανισορροπίας.
4.3 Η υπόθεση της Χημικής Ανισορροπίας στο διαδίκτυο
Το διαδίκτυο είναι ένας από τους πιο σημαντικούς τόπους ενημέρωσης στον 21ο αιώνα. Ιδιαίτερα στα θέματα υγείας, ψυχικής υγείας και τρόποι αντιμετώπισης τους οι άνθρωποι σήμερα αναζητούν περισσότερο πληροφορίες από το διαδίκτυο από οποιαδήποτε άλλη πηγή πληροφοριών (Pew Research Center, 2013· Mcdaid & Park, 2011). Οι στάσεις, απόψεις και επιλογές σχετικά με την θεραπεία και των φαρμακευτικών σκευασμάτων συχνά επηρεάζονται από τις πληροφορίες που λαμβάνουν από το ίντερνετ αφού θεωρείται από πολλούς/ες μία αμερόληπτη πηγή πληροφόρησης (Koo, Krass & Aslani, 2003· Diaz et al., 2002). Γι’ αυτό είναι σημαντικό να αναζητηθούν οι πληροφορίες που είναι διαθέσιμες για την έννοια της κατάθλιψης, της Μείζονος Καταθλιπτικής Διαταραχής και τις φερόμενες αιτίες της. Πιθανόν, μία ακόμη πηγή διάδοσης και συντήρησης του αμινικού μύθου να είναι το διαδίκτυο.
Οι Leo και Lacasse (2007) εξετάζοντας το διαδίκτυο για δημοσιεύσεις επιστημονικού περιεχομένου που απευθύνεται στο ευρύ κοινό για περίπου έναν χρόνο συνάντησαν πολλές επιστημονικές, δημοσιογραφικές δημοσιεύσεις που έκαναν αναφορά στην υπόθεση της Χημικής Ανισορροπίας. Επιχειρώντας να εξετάσουν τις πηγές των δημοσιογράφων, επικοινωνούσαν μαζί τους ρωτώντας για τις πηγές. Σε πολλές περιπτώσεις δεν έλαβαν καμία απάντηση ενώ μεταξύ των λίγων απαντήσεων που έλαβαν παραπέμφθηκαν σε επιστημονικά άρθρα που έδειχναν απλή συσχέτιση και όχι αιτιακή σχέση σεροτονίνης και κατάθλιψης. Οι ίδιοι συμπεραίνουν πως είτε το συγκεκριμένο σημείο είναι δύσκολο να αποσαφηνιστεί για αρκετούς/ες επιστημονικούς/ές δημοσιογράφους, είτε πως συχνά οι δημοσιογράφοι κάνουν γρήγορες παραπομπές δίχως να τις εξετάσουν περαιτέρω. Οι ίδιοι σχολιάζουν πως ακόμα και σε κρατικές ιστοσελίδες όπου αμφισβητείται η αμινική υπόθεση, η έννοια της Χημικής Ανισορροπίας αναφέρεται εξαιρετικά συχνά πιθανόν και εδώ όπως και στα εκπαιδευτικά εγχειρίδια να αποτελεί σημείο σύγχυσης για το ευρύ κοινό.
Οι Read και Cain (2013) προσπάθησαν να διαχωρίσουν τις ιστοσελίδες που είναι διαθέσιμες στο διαδίκτυο και φιλοξενούν θέματα ψυχικής υγείας μεταξύ ανεξάρτητων ιστοσελίδων και ιστοσελίδων που είτε έχουν άμεση ή έμμεση σχέση με φαρμακευτικές εταιρείες. Αναλύοντας 6 μελέτες, 365 ιστοσελίδες, συναντούν δύο πολύ σοβαρά ζητήματα. Πρώτον, οι σελίδες που έχουν άμεση ή έμμεση σχέση με φαρμακευτικές εταιρείες είναι εξαιρετικά πολλές. Από τις 6 μελέτες που εξετάστηκαν σχεδόν οι μισές ιστοσελίδες ήταν υπό την επιρροή φαρμακευτικών εταιρειών. Δεύτερον, αναλύοντας το περιεχόμενο των ιστοσελίδων συναντούν πως αυτές που βρίσκονται υπό την επιρροή φαρμακευτικών εταιρειών υπερτονίζουν βιογενετικούς αιτιακούς παράγοντες και τις φαρμακευτικές αγωγές.
Πιο πρόσφατα, οι Demasi και Gøtzsche (2020) εξέτασαν το διαδίκτυο αναζητώντας στην μηχανή αναζήτησης google όρους όπως κατάθλιψη, αντικαταθλιπτικά και θεραπεία της κατάθλιψης22. Αντλώντας το περιεχόμενο από τις πρώτες σελίδες που εμφανιζόντουσαν πάνω23 στην μηχανή αναζήτησης εξέτασαν 39 ιστοσελίδες, μεταξύ άλλων κρατικές, μη κυβερνητικές και ιδιωτικές ιστοσελίδες. Από τις 39 ιστοσελίδες, 21 δεν ήταν υπό την επιρροή φαρμακευτικών εταιρειών. Το περιεχόμενο εξετάστηκε κατά πόσο συμβαδίζει με τις υπάρχουσες επιστημονικές γνώσεις στο θέμα της κατάθλιψης και της αντικαταθλιπτικής αγωγής. Οι συγγραφείς έθεσαν ορισμένα κριτήρια με τα οποία θα κριθεί το περιεχόμενο αυτών των ιστοσελίδων και, σύμφωνα με τους/ις ίδιες/ους, καμία ιστοσελίδα ανεξαρτήτως προέλευσης δεν πληρούσε τα ορισμένα από τους/ις συγγραφείς κριτήρια.
Μεταξύ άλλων βρέθηκαν ισχυρισμοί σχετικά με την αποδοτικότητα των αντικαταθλιπτικών που δεν επιβεβαιώνονται. Για παράδειγμα, πως “το 70% των ανθρώπων με διάγνωση ΜΚΔ αρχίζουν να νιώθουν καλύτερα με την πρώτη αντικαταθλιπτική αγωγή που λαμβάνουν”. Πάνω από τις μισές ιστοσελίδες ισχυρίστηκαν πως η αντικαταθλιπτική αγωγή μπορεί να αποτρέψει ένα επόμενο καταθλιπτικό επεισόδιο. Μάλιστα, ορισμένες από αυτές ισχυρίστηκαν πως η αντικαταθλιπτική αγωγή μπορεί αποτρέψει κάποιο επόμενο επεισόδιο εφόρου ζωής. Παράλληλα συστήνουν την εφόρου ζωής αντικαταθλιπτική αγωγή, γεγονός που είναι ιδιαίτερα επιβλαβές για τον οργανισμό (Hyman & Nestler, 1996). Μόνο δύο ιστοχώροι έκαναν αναφορά στις επιπτώσεις τις φαρμακευτικής αγωγής στην ποιότητα ζωής.
Στο θέμα της Χημικής Ανισορροπίας, 74% των ιστοσελίδων ισχυρίστηκαν πως η κατάθλιψη οφείλεται σε αυτήν ή πως η χημική ανισορροπία μπορεί να διορθωθεί. Ο μονοαμινικός μύθος φαίνεται να διατηρείται ζωντανός επηρεάζοντας σοβαρά το που θα αναζητήσουν οι άνθρωποι υποστήριξη και τι είδος υποστήριξη θα αναζητήσουν. Τέλος, αν και γίνονται αναφορές στις περισσότερες σελίδες για το στερητικό σύνδρομο που προκαλεί η απότομη διακοπή των φαρμάκων, οι μισές από αυτές δίνουν μη αληθείς πληροφορίες, για παράδειγμα αναφέρουν πως τα φάρμακα δεν είναι εθιστικά.
Το διαδίκτυο αποτελεί ένα μεγάλο πυλώνα πληροφόρησης και παραπληροφόρησης σε θέματα υγείας και δε ψυχικής υγείας. Λόγω του μη ελεγχόμενου χαρακτήρα του είναι ιδιαίτερα επιρρεπής σε εστιασμένα συμφέροντα όπως είναι φαρμακευτικές εταιρείες που λόγω της μεγάλης χρηματοδότησης που φέρουν μπορούν και ασκούν δυσανάλογα μεγάλη επιρροή στην προσφερόμενη πληροφορία.
4.4 Η υπόθεση της Χημικής Ανισορροπίας στην ευρύτερη δημόσια σφαίρα
Οι Ang, Horwitz και Moncrieff (2022) εξετάζοντας το συγκεκριμένο ζήτημα αναφέρουν πως η πρώτη μεγάλη δημοσίευση που ασκεί κριτική στην μονοαμινική υπόθεση γίνεται ήδη στην δεκαετία του 80’ (Healy, 1987), ενώ μόλις δέκα χρόνια μετέπειτα, το 1997 εκδίδεται το βιβλίο του “The Antidepressant Era” όπου αναφέρει πως και οι δύο υποθέσεις των μονοαμινών, νορεπινεφρίνη και σεροτονίνη, δεν υποστηρίζονται από την επιστημονική βιβλιογραφία. Κι άλλοι επιστήμονες του χώρου έχουν σταθεί κριτικά απέναντι στην υπόθεση της σεροτονίνης (Valenstein, 1998· Breggin, 1997) δίχως όμως να φτάσουν ποτέ σε περιοδικά μεγάλης δημοτικότητας.
Οι Lacasse και Leo (2005) παράγουν ένα άρθρο που εξετάζει την διαφορά μεταξύ του περιεχομένου των διαφημίσεων και και την επιστημονική βιβλιογραφία. Σε αντίθεση με τις προηγούμενες προσπάθειες, αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα ιατρικού περιεχομένου PLOS Medicine. Η Plos Medicine είναι ένας επιστημονικός ιστότοπος που έχει μεγάλη επισκεψιμότητα και ως εκ τούτου η κριτική που ασκήθηκε στην υπόθεση της Χημικής Ανισορροπίας προκάλεσε δημόσιες αντιδράσεις. Το ευρύ κοινό έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με την πληροφορία πως η Χημική Ανισορροπία αποτελεί μία μη επιβεβαιωμένη υπόθεση. Εδώ φαίνεται καθαρά ο ρόλος που παίζει το μέσο μετάδοσης της πληροφορίας.
Μέσα στο άρθρο γίνεται αναφορά στη σχέση του Οργανισμού Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) και των φαρμακευτικών εταιρειών. Πιο συγκεκριμένα, οι Lacasse και Leo (2005) αναφέρουν πως στις αρχές του 2000 είχαν ήδη σταλεί 10 προειδοποιήσεις από τον οργανισμό σε φαρμακευτικές εταιρείες για τις λανθασμένες πληροφορίες που διανέμουν στους/ις καταναλωτές/ριες σχετικά με το θέμα της κατάθλιψης. Όμως, πέρα από τις προειδοποιήσεις δεν προχώρησε ποτέ ο οργανισμός σε νομικές κινήσεις. Την ίδια στιγμή, στο τότε DSM-IV γινόταν μία καθαρή αναφορά πως οι αιτίες της κατάθλιψης είναι άγνωστες.
Ορισμένοι επιστήμονες/επιστημόνισσες θεωρούν πως μεγάλο ρόλο παίζει και η σχέση πολιτικής, οικονομίας και επιστήμης (Βaldessarini, 2000). Για παράδειγμα, ο Horwitz (2010) περιγράφει πως με πολιτική παρέμβαση του προέδρου της Αμερικής Richard Nixon αλλοιώθηκαν οι ψυχοκοινωνικές μελέτες του Εθνικού Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας της Αμερικής. Αν και μονάχα το 20% της χρηματοδότησης πήγαινε προς ψυχοκοινωνικές μελέτες, όπως είναι η φτώχεια, ανεργία, δύσκολες ώρες εργασίες κτλ, η συσχέτιση τέτοιων κοινωνικών παραγόντων με την ψυχική ευημερία στοχοποιεί άμεσα την πολιτική. Ο τότε πρόεδρος του Ινστιτούτο Stanley Yolles οδηγήθηκε στις αρχές τις δεκαετίας του 70’ σε παραίτηση. Με αυτήν την πολιτική ατζέντα βρέθηκαν να συμμαχούν και οι βιοκεντρικά προσανατολισμένοι/ες επιστήμονες/επιστημόνισσες επιχειρηματολογώντας πως μία πιο εστιασμένη έρευνα σε συγκεκριμένες διαγνώσεις θα ευνοούσε περισσότερο τόσο την διάγνωση όσο και την θεραπεία (Kolb, Frazier & Sirovatka, 2000). Μέσα στην δεκαετία του 70’ καθαιρέθηκε κάθε φωνή υπέρ της ψυχοκοινωνικής έρευνας για τον ψυχικό πόνο και στις αρχές του 80’ άρχισε πάλι η χρηματοδότηση, πλέον μόνο προς διαγνωστικά συγκεκριμένες και συχνά βιοκεντρικές θεματικές.
Την ίδια χρονιά στην Ευρώπη με την δημοσίευση του άρθρου των Lacasse και Leo (2005), και συγκεκριμένα στο κοινοβούλιο του Ηνωμένου Βασιλείου γίνεται ειδική συζήτηση για το θέμα της κατάθλιψης και της αντικαταθλιπτικής αγωγής. Συγκεκριμένα, αναφέρεται πως υπάρχει μία συνεχόμενη τάση υπέρδιάγνωσης, ετικοποίησης κάθε προβλήματος και αναζήτησης μιας φαρμακευτικής λύσης. Ο λόρδος Warner προχωράει ρωτώντας για το θέμα των κατευθυντήριων γραμμών που δίνονται σε περιπτώσεις ήπιας μορφής κατάθλιψης και ποιος είναι ο ρόλος της αγωγής σε αυτές τις περιπτώσεις. Ενδιαφέρον προκαλούν και τα σχόλια που συνδέουν της εκστρατείες ευαισθητοποίησης για θέματα άγχους, κατάθλιψης και παχυσαρκίας με την ιατρικοποίηση αυτών των θεμάτων, οδηγώντας συχνά τους ανθρώπους στην αναζήτηση φαρμακευτικών λύσεων (United Kingdom Parliament, 2005).
Η δημοσίευση των Lacasse και Leo (2005) έφτασε στα μίντια με έντονες αντιδράσεις για το αν έλεγε ψέματα τόσο καιρό η επιστημονική κοινότητα της ψυχικής υγείας. Κορυφαίοι ψυχίατροι υποστήριξαν δημοσίως την υπόθεση. Ο Wayne Goodman, πρόεδρος της επιτροπής ψυχοφαρμακολογίας του Οργανισμού Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) παραδέχτηκε πως πράγματι τα διαπιστευτήρια μιας νευροχημικής έλλειψης της κατάθλιψης ήταν “αδιευκρίνιστα”, όμως περιέγραψε την υπόθεση της Χημικής Ανισορροπίας ως μία “χρήσιμη μεταφορά” (Ang, Horwitz & Moncrieff, 2022). Παρόλα αυτά, συνέχισε να περιγράφει την κατάθλιψη ως ένα πρόβλημα του εγκεφάλου που τα φάρμακα διορθώνουν ενώ χαρακτήρισε την υπόθεση της Χημικής Ανισορροπίας ως μία αιτιολογημένη συντομογραφία (Meek, 2006).
Ο ψυχίατρος Danial Carlat, κλινικός εισηγητής στο πανεπιστήμιο Tufts, συντάκτης του περιοδικού “The Carlat Psychiatry Report” και συγγραφέας, εξιστορεί τις εμπειρίες του ως σύμβουλος του φαρμάκου venlafaxine (εμπορική ονομασία Effexor) σε ραδιόφωνο εθνικής εμβέλειας της βόρειας Αμερικής. Αναφέρει πως κανένας/μία στον τομέα της ψυχιατρικής δεν γνωρίζει πως ακριβώς λειτουργούν τα φάρμακα. Συνεχίζει λέγοντας “Συχνά λέω κάτι σαν ο τρόπος που λειτουργεί το Zoloft, είναι ότι αυξάνει τα επίπεδα της σεροτονίνης στον εγκέφαλό σας (ή στις συνάψεις, στους νευρώνες) και, πιθανώς, ο λόγος που νιώθετε κατάθλιψη ή άγχος είναι ότι έχετε κάποιο είδος έλλειψη. Και το λέω [χασκογελάει] όχι επειδή το πιστεύω πραγματικά, αλλά επειδή ξέρω πως πραγματικά δεν υπάρχουν τα στοιχεία για να καταλάβουμε τον μηχανισμό—νομίζω ότι το λέω επειδή οι ασθενείς θέλουν να μάθουν κάτι. Και θέλουν να ξέρουν ότι εμείς ως γιατροί έχουμε κάποια βασική κατανόηση του τι κάνουμε όταν συνταγογραφούμε φάρμακα. Σίγουρα δεν θέλουν να ξέρουν ότι ένας ψυχίατρος ουσιαστικά δεν έχει ιδέα πώς λειτουργούν αυτά τα φάρμακα” (Lacasse & Leo, 2015). Δεν αποτελεί εξαίρεση η συγκεκριμένη στάση αλλά η ανοιχτότητα του ανθρώπου για το συγκεκριμένο θέμα.
Όμως, αποτελεί ιδιαίτερο σημείο για τις προσδοκίες που αισθάνονται οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας από τους ασθενείς και τις οικογένειες τους σε θέματα όπως “τι είναι τα ψυχικά προβλήματα και πως λειτουργούν τα φάρμακα”. Ο Alan Frazer, καθηγητής Φαρμακολογίας και Ψυχιατρικής αναφέρει σε μία συνέντευξη στο περιοδικό Spiegel στο γιατί αναπαράγεται στις θεραπευτικές συναντήσεις η μονοαμινική υπόθεση “Νιώθουν καλύτερα με τον εαυτό τους αν υπήρχε κάποια βιολογική αιτία που νιώθουν κατάθλιψη, κάποια ανεπάρκεια και το φάρμακο που το διορθώνει. Είχαν μια χημική ανισορροπία και το φάρμακο διόρθωνε αυτή την ανισορροπία. . . ναι, είναι σαν, έχω κατάθλιψη, αλλά έχω μια χημική ανισορροπία, και έχετε υποθυρεοειδισμό και έχετε μια χημική ανισορροπία, και η χημική μου ανισορροπία τυχαίνει να επηρεάζει τον εγκέφαλό μου”. Συχνά, ιατροί αναφέρουν πως χρησιμοποιούν το αφήγημα της Χημικής Ανισορροπίας ως μία χρήσιμη για τους/ις ασθενείς περιγραφή του προβλήματος τους. Είναι όμως έτσι;
4.5 Η χρησιμότητα της υπόθεσης της Χημικής Ανισορροπίας στην θεραπεία
Το επιχείρημα πως μία βιολογική ανάγνωση του ψυχικού πόνου είναι για το καλό του άνθρωπο που τη φέρει είναι πολύ παλιότερη από την υπόθεση της Χημικής Ανισορροπίας. Όπως αναφέρεται και παραπάνω, ο Kraepelin (1962) περιγράφει πως η βιοκεντρική ανάγνωση δίνει περιθώρια στους φροντιστές των ανθρώπων να καταλάβουν πως οι ασθενείς δεν συμπεριφέρονται κατά αυτόν τον τρόπο λόγω κακής διαγωγής αλλά επειδή είναι άρρωστοι/ες. Πιθανόν να είχε ένα ιδιαίτερο νόημα κατά το επιστημονικό Παράδειγμα της ηθικής θεραπείας που επικρατούσε κατά τον 19ο αιώνα, όμως σήμερα το βιοκεντρικό μοντέλο είναι το κυρίαρχο Παράδειγμα τοποθετώντας το βιοκεντρικό αφήγημα σε ένα πολύ διαφορετικό πλαίσιο.
Το βασικό επιχείρημα γύρω από την εκφορά μιας βιολογικής ανάγνωσης του ψυχικού πόνου ή συγκεκριμένα της κατάθλιψης είναι πως απαλλάσσει τον άνθρωπο από ενοχές, πως έχει κάνει λάθη στην ζωή του και ως εκ τούτο βιώνει ψυχικό πόνο. Πράγματι, οι Schreiber και Hartrick (2002) εξετάζοντας το θέμα του αιτιολογικού αφηγήματος και πως επηρεάζει αυτό τους ανθρώπους, συναντούν το παραπάνω επιχείρημα. Στην συγκεκριμένη μελέτη, πήραν συνέντευξη από 43 γυναίκες που φέρουν κάποια διάγνωση κατάθλιψης και έχουν αναζητήσει θεραπεία στο παρελθόν. Αναφέρουν πως οι γυναίκες που ενσωμάτωσαν στον λόγο τους το αφήγημα της Χημικής Ανισορροπίας απαλλάσσονται από το βιωμένο στίγμα πως φταίνε οι ίδιες και μπορούν να αποδεχτούν την “ψυχική ασθένεια” που φέρουν λόγω της ανισορροπίας των χημικών του εγκεφάλου τους.
Προκειμένου να γίνει κατανοητό το στίγμα, οφείλει να οριστεί πρώτα η κοινωνική νόρμα. Ως κοινωνική νόρμα ορίζεται η κοινωνική κατασκευή συμπεριφορών που ανήκουν σε μία νόρμα, δηλαδή οι συμπεριφορές που θεωρούνται αναμενόμενες ή αποδεκτές, και οι άνθρωποι που αποκλίνουν από την κοινωνική νόρμα φέρουν το στίγμα της απόκλισης (Goffman, 1986) και ως εκ τούτου βιώνει ο άνθρωπος τον εαυτό του κοινωνικά αποκλεισμένο ή ανεπιθύμητο. Για παράδειγμα, στην συγκεκριμένη μελέτη οι γυναίκες βίωναν άσχημα που δεν ήταν παραγωγικές, ικανές και ευχάριστες. Το στίγμα και η άμεση συνεισφορά του στον ψυχικό πόνο έχει ήδη μελετηθεί από τη δεκαετία 60’, εποχή που τονίστηκαν τα ψυχοκοινωνικά στοιχεία του ψυχικού πόνου. Συμπληρώνουν οι μελετήτριες πως παρόλο που οι γυναίκες στην έρευνα βίωναν μία ελάφρυνση με το βιοκεντρικό αφήγημα, την ίδια στιγμή, αυτή η ιατρική ετικέτα ενίσχυε το στίγμα από το οποίο ήθελαν να απαλλαχτούν. Αφού μέσω αυτής της ιατρικής ετικέτας ήταν πλέον επίσημα αποκλίνουσες από την κοινωνική νόρμα.
Οι συγγραφείς ονόμασαν παράδοξη την παραπάνω αντίφαση όμως δεν είναι ασυνήθιστη (Schreiber και Hartrick, 2002). Το ιατροκεντρικό αφήγημα έχει δοκιμαστεί σε ποικίλες μορφές του (Read & Law, 1999· Read & Harré, 2001). Φαίνεται όμως πως μακροπρόθεσμα ενισχύει πάντα τον στιγματισμό των ανθρώπων που φέρουν ψυχικές διαγνώσεις. Οι Read, Haslam, Sayce και Davies (2006) εξέτασαν την επιστημονική βιβλιογραφία για μελέτες που επικεντρώνονται στο στίγμα και συναντούν στερεότυπα περί βίας και μη προβλεψιμότητας ξανά και ξανά και πως αυτές οι απόψεις σχετίζονται με την βιοκεντρικό αφήγημα24 ενώ οι ψυχοκοινωνικές θεάσεις φαίνεται να μειώνουν το στίγμα.
Ένας βασικός λόγος είναι πως το αφήγημα της Χημικής Ανισορροπίας τοποθετεί το πρόβλημα έξω από την σφαίρα επιρροής των ανθρώπινων αποφάσεων, καθώς είναι βιολογικό. Έτσι, οι άνθρωποι δυσκολεύονται να σχετιστούν με άτομα που έχουν διαγνωστεί, γιατί δεν ξέρουν πως να αντιδράσουν σε περιπτώσεις όπου δυσαρεστούνται με ορισμένες συμπεριφορές τους. Αν η συμπεριφορά είναι αποτέλεσμα βιολογικών παραγόντων τότε δεν φταίνε οι άνθρωποι, όμως ποιες συμπεριφορές είναι αποτέλεσμα βιολογικών παραγόντων και ποιες δεν είναι; Αυτό το εννιολογικό και επικοινωνιακό παράδοξο φαίνεται να παρακάμπτουν οι ψυχοκοινωνικές θεάσεις αφού διευκολύνουν την ταύτιση ή ενσυναίσθηση με τους ανθρώπους που βιώνουν ψυχικό πόνο φέρνοντας αιτιολογικά αφηγήματα όπως προσωπικές κακουχίες, ταλαιπωρίες, ανεργίες ή άλλων ψυχοκοινωνικών γεγονότων. Ενώ και οι δύο θεάσεις εδράζουν έξω από την σφαίρα ελέγχου του ανθρώπου, νευροχημική αιτιότητα έναντι κοινωνικών – επικοινωνιακών προβλημάτων, στην δεύτερη περίπτωση εξαρτάται από τον άνθρωπο πως θα αντιμετωπίσει αυτές τις δυσκολίες. Εν γένει, η Χημική Ανισορροπία και τα βιολογικά αφηγήματα τοποθετούν τον ψυχικό πόνο στην διάσταση του σώματος ενώ το απομακρύνουν από τις επιλογές που κάνουν οι άνθρωποι στην ζωή τους, τα μοτίβα επικοινωνίας που αναπτύσσουν στο περιβάλλον τους και κατά πόσο βιώνουν τον εαυτό τους κοινωνικά ικανούς και ενσωματωμένους.
Όπως αναφέρεται και παραπάνω, ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων δεν επιτρέπει τις φαρμακευτικές εταιρείες να διαφημίζουν τα προϊόντα τους αξιοποιώντας το αφήγημα της Χημικής Ανισορροπίας. Ο λόγος είναι γιατί δεν έχει ποτέ επιβεβαιωθεί. Οι Lacasse και Leo (2015) αναφέρουν πως υπάρχει αισθητή μείωση της αναφοράς της Χημικής Ανισορροπίας στις διαφημίσεις. Όμως, θέτουν το ερώτημα, αφού απαγορεύεται η αναπαραγωγή του στην δημόσια σφαίρα από τις διαφημιστικές εταιρείες, γιατί αναπαράγεται στις θεραπευτικές συναντήσεις;
Οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας που επιλέγουν το αφήγημα της Χημικής Ανισορροπίας, επιλέγουν ποιες πληροφορίες οφείλει να ακούσει ο/η ασθενής προκειμένου να συμμορφωθεί στις θεραπευτικές προσταγές. Εικάζεται πως βοηθάει αυτό το αφήγημα προκειμένου να συνεχίσουν να λαμβανάνουν την αγωγή τους οι ασθενείς. Δηλαδή, ο επαγγελματίες δεν δίνει ολόκληρο το φάσμα της πληροφορίας, καθώς επιχειρεί να απλοποιήσει/εκλαϊκεύσει τις επιστημονικές έννοιες, συχνά παραπληροφορώντας προκειμένου να βοηθηθεί τον/ην ασθενή. Στον τομέα της Επικοινωνίας της Επιστήμης αυτός ο τρόπος επικοινωνίας ονομάζεται Μοντέλο του Γνωστικού Κενού (Deficit Model). Δηλαδή, σύμφωνα με τους επαγγελματίες που επιλέγουν τέτοια αφηγήματα, οι ασθενείς που έρχονται αντιμέτωποι/ες με τα θέματα ψυχικής υγείας δεν κατέχουν τον κατάλληλο επιστημονικό εγγραμματισμό ώστε να κατανοήσουν ένα πιο αναλυτικό και σύνθετο αφήγημα από αυτό της Χημικής Ανισορροπίας. Ως εκ τούτου, ο χώρος της ψυχικής υγείας διαχωρίζεται στο κοινό που θεωρείται μη ειδικό και τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας που μετατρέπονται σε αυτήν την άνιση σχέση σε ειδικούς/ές. Αυτή η εξουσιαστική σχέση έχει συζητηθεί πολλές φορές (Healy, 2004) και καταλήγει σχεδόν πάντα σε φρικτές και απάνθρωπες πρακτικές, όπως έγινε στα ασυλικά περιβάλλοντα (Foucault, 2004) στο παρελθόν, και σήμερα κατά τις αναγκαστικές θεραπείες και μηχανικές καθηλώσεις που λαμβάνουν χώρα στα ψυχιατρεία και όχι μόνο, και παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα (World Health Organization, 2023).
4.6 Ο κρυφός παράγοντας συντήρησης του μύθου της Χημικής Ανισορροπίας
Από την δεκαετία του 60’ στον κλάδο της ψυχικής υγείας αναπτύχθηκαν διάφορα κινήματα, τα οποία αργότερα θα ονομαστούν Αντιψυχιατρικά. Πρόκειται για κινήματα πολιτών, ανθρώπων που έχουν έρθει σε επαφή με το κυρίαρχο ψυχιατρικό σύστημα, οι οποίοι είτε μόνοι/ες είτε μαζί με επαγγελματίες ψυχικής υγείας δημιουργούν ομάδες που αντιτίθενται στο κυρίαρχο βιοϊατρικό μοντέλο (Stasny, Lehmann & Εμμανουηλίδου, 2012). Σήμερα, τα κινήματα αυτά ποικίλουν δημιουργώντας εναλλακτικές προσεγγίσεις στον ψυχικό πόνο: Παγκόσμιο και Ελληνικό Δίκτυο Ανθρώπων που Ακούνε Φωνές, Ποικίλες ομάδες αυτοβοήθειας παγκοσμίως, International Network Towards Alternatives and Right – Based Supports, Παρατηρητήριο για τα Δικαιώματα στον χώρο της Ψυχικής Υγείας και European Network for (Ex-)Users and Survivors of Psychiatry είναι μόνο ορισμένα από τα πολλά κινήματα που υπάρχουν σήμερα. Αλλά και στο επίπεδο της ανεξάρτητης επιστημονικής δημοσιογραφίας πλαισιώνεται ο χώρος της ψυχικής υγείας από οργανισμούς και ομάδες όπως είναι το Mad in America, Mad in the UK και πολλές άλλες ομάδες που επιχειρούν να αποτελέσουν μία ανεξάρτητη φωνή σε όλη αυτήν επιστημονική σύγχυση, που δυστυχώς μέχρι σήμερα παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ο λόγος που τα κινήματα στον χώρο της ψυχικής υγείας είναι τόσα πολλά είναι εμφανής. Το κυρίαρχο ψυχιατρικό σύστημα του δυτικού κόσμου ελάχιστα διέπεται από διαδικασίες επιστημονικού εκδημοκρατισμού όπου οι ομάδες ειδημόνων και αντί-ειδημόνων θα μπορούσαν να έρθουν σε επαφή μεταξύ τους υπό την αιγίδα του κυρίαρχου συστήματος. Δυστυχώς, οι εμπειρίες των ανθρώπων που φέρουν ψυχικό πόνο και των οικογενειών τους δεν έχουν φωνή, ούτε κατά την παραγωγή επιστημονικής, ψυχιατρικής και ψυχολογικής γνώσης (Logan, 2022), ούτε σε σχέση με τις συνθήκες θεραπείας.
Ο Ronald Pies, ψυχίατρος στο Πανεπιστήμιο του Tufts και συντάκτης του εμπορικού περιοδικού Psychiatric Times από το 2007-2010 αναφέρει πως “. . . πολέμιοι της ψυχιατρικής . . . αποδίδουν ψευδώς τη φράση [«χημική ανισορροπία»] στους ίδιους τους ψυχιάτρους. . . Και ναι [έχει] προωθηθεί σθεναρά από ορισμένες φαρμακευτικές εταιρείες, συχνά εις βάρος της κατανόησης του ασθενούς μας. . . . Στην πραγματικότητα, η έννοια της «χημικής ανισορροπίας» ήταν πάντα ένα είδος αστικού θρύλου – ποτέ μια θεωρία που προτάθηκε σοβαρά από καλά ενημερωμένους ψυχιάτρους. (Pies, 2011). Σε παρόμοια κύματα κινείται και ο πρώην πρόεδρος του Αμερικανικού Ψυχιατρικού Συλλόγου (APA) Steven Sharfstein “Καθώς αντιμετωπίζουμε τα Big Pharma ζητήματα, οφείλουμε να εξετάσουμε το γεγονός ότι ως επάγγελμα, έχουμε επιτρέψει στο βιοψυχοκοινωνικό μοντέλο να γίνει το βιο-βιο-βιο-μοντέλο… Εάν θεωρούμαστε απλοί προωθητές χαπιών και υπάλληλοι της φαρμακευτικής βιομηχανίας, η αξιοπιστία μας ως επάγγελμα διακυβεύεται” (Read & Cain, 2013). Οι Lacasse και Leo (2015) συνοψίζουν τέτοιες τοποθετήσεις ως “Δεν το κάναμε εμείς, το κάνανε οι Φαρμακευτικές εταιρείες”.
Όμως, η υποστήριξη των επαγγελματιών σε έναν κλάδο επιστημονικό, οποίος συνάμα επιθυμεί να αποκρούει οικονομικά συμφέροντα και απάνθρωπες πρακτικές, μπορεί να προέρθει μόνο από τους ανθρώπους που έχουν περισσότερο ανάγκη αυτήν την αλλαγή ακόμα και από τους ίδιους επαγγελματίες. Δηλαδή, οι άνθρωποι που κάνουν χρήση αυτών των υπηρεσιών. Πρόκειται για το διάσημο σλόγκαν στον αναπηρικό χώρο “Τίποτα για εμάς – χωρίς εμάς”. Δηλαδή, όσο έχουν ανάγκη οι άνθρωποι που φέρουν ψυχικό πόνο τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας, τόσο έχουν ανάγκη οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας τους ανθρώπους αυτούς.
Υποσημείωση:
18 Τα άρθρα που επιλέχτηκαν κατά την συγκεκριμένη έρευνα είχαν τα εξής κριτήρια αποκλεισμού: Να είναι γραμμένα στα Αγγλικά, να είναι μεταξύ 1990 και 2010, να έχουν λάβει τουλάχιστον 100 αναφορές, η κύρια διάγνωση να είναι κάποιας μορφής κατάθλιψης και τα άρθρα να κάνουν αναφορά στην τωρινή βιβλιογραφία.
19 Τομέας Έκδοση Έτος Όνομα βιβλίου
Psychopharmacology 2nd Ed. (2004) Fundamentals of Clinical Psychopharmacology
Psychiatry 2nd Ed. (2009) New Oxford Textbook of Psychiatry
Psychiatry 5th Ed. (1993) Companion to Psychiatric Studies
Psychiatry 2nd Ed. (2004) Core Psychiatry
20 Psychopharmacology 1st Ed. (1996) Essential Psychopharmacology
Psychiatry 9th Ed. (2009) Comprehensive Textbook of Psychiatry
21 Η Ιπρονιαζίδη είναι το πρώτο αντικαταθλιπτικό και κυκλοφόρησε την χρυσή δεκαετία της φαρμακολογίας, το 50’ (López-Muñoz & Alamo, 2009)
22 Depression, antidepressant και depression therapy
23 Οι αναζητήσεις έγιναν στα Αγγλικά και στις σκανδιναβικές γλώσσες και επιλέχθηκαν τα πρώτα αποτελέσματα στις παρακάτω χώρες: Ηνωμένο Βασίλειο, Η.Π.Α., Αυστραλία, Καναδά, Δανία, Ιρλανδία, Νέα Ζηλανδία, Νορβηγία, Νότια Αφρική και Σουηδία.
24 Στην συγκεκριμένη μελέτη χρησιμοποιείται το βιολογικό αφήγημα της σχιζοφρένειας ως Χημική Ανισορροπία.


Απάντηση