Περιεχόμενα
3.0 Η ανάδυση του Βιοϊατρικού Μοντέλου
Η υπόθεση της Χημικής Ανισορροπίας στον εγκεφάλου ως αιτιολογικό σχήμα της κατάθλιψης ή άλλες μορφές ψυχικού πόνου ανήκει σε ένα γενικότερο επεξηγηματικό μοντέλο στον χώρο της ψυχικής υγείας που ονομάζεται βιοϊατρικό μοντέλο (Deacon, 2013· Lebowitz & Appelbaum, 2019). Σύμφωνα με αυτό, η ψυχική δυσφορία, ο ψυχικός πόνος και συμπεριφορές, που δεν μπορούν να εξηγηθούν από τους/ις παρατηρήτριες / παρατηρητές όπως είναι οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας, ανάγονται σε μία εγκεφαλική ή/και σωματική πάθηση ή δυσλειτουργία. Είτε λόγω κάποιας δυσλειτουργίας ορισμένων νευροδιαβιβαστών, είτε λόγω γενετικής ανωμαλίας ή ακόμη και δυσλειτουργίας άλλων οργάνων (Kraepelin, 1962). Ενώ τα πρώτα βήματα του βιοϊατρικού μοντέλου εμφανίζονται κατά τον 19ο αιώνα, μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί ποτέ ένας βιοδείκτης ικανός να δώσει μία έγκυρη πρόβλεψη παρά τις πολλές προσπάθειες (Deacon, 2013). Μία βιολογική δυσλειτουργία σαφέστατα μπορεί να επηρεάσει την νοητική και επικοινωνιακή ικανότητα του ανθρώπου, όμως το βιοϊατρικό μοντέλο ξεπερνάει κατά πολύ αυτόν τον ισχυρισμό.

Πριν 50 χρόνια ο Engel (1977) ήδη αναφέρει για το βιοϊατρικό μοντέλο τα ακόλουθα:
“Το κυρίαρχο μοντέλο της νόσου σήμερα είναι η βιοϊατρική, με τη μοριακή βιολογία να αποτελεί τη βάση της επιστήμης. Υποθέτει ότι οι ασθένειες λογίζονται πλήρως ως αποκλίσεις από τον κανόνα των μετρήσιμων βιολογικών (σωματικών) μεταβλητών. Δεν αφήνει κανένα περιθώριο στο πλαίσιό του για τις κοινωνικές, ψυχολογικές και συμπεριφορικές διαστάσεις της ασθένειας. Το βιοϊατρικό μοντέλο όχι μόνο απαιτεί να αντιμετωπίζεται η ασθένεια ως μια οντότητα ανεξάρτητη από την κοινωνική συμπεριφορά, αλλά απαιτεί επίσης να εξηγούνται οι συμπεριφορικές εκτροπές με βάση διαταραγμένες σωματικές (βιοχημικές ή νευροφυσιολογικές) διεργασίες (σελ. 130).”
Δηλαδή, δεν υπάρχει κάποια διαφορά μεταξύ σωματικών ασθενειών και ψυχικών αφού και τα δύο οφείλουν να αντιμετωπιστούν πρωτίστως σωματικά ενώ παρόμοια με τις σωματικές ασθένειες, η ψυχολογία / επικοινωνία παίζει ένα σημαντικό αλλά δευτερεύοντα ρόλο. Με άλλα λόγια, το βιοϊατρικό μοντέλο δίνει έμφαση στην σωματική / φαρμακευτική θεραπεία (Andreasen, 1985) έναντι της διερεύνησης ψυχολογικών, ψυχοκοινωνικών και επικοινωνιακών ζητημάτων των ανθρώπων.
Αν και είναι γενικά αποδεκτό πως ο Kraepelin αποτελεί πατέρας της βιολογικής ψυχιατρικής, ο ιστορικός της ψυχιατρικής Edward Shorter (Tsay, 2013) χαρακτηρίζει πως ο ιδρυτής της βιολογικής ψυχιατρικής είναι ο Γερμανός ψυχίατρος Wilheim Griesinger (1817 – 1868) που ήταν εκπαιδευμένος στην ψυχιατρική και στην εσωτερική ιατρική ενώ ιδρύει και το περιοδικό “Αρχείο της Ψυχιατρικής και Νευρωνικών παθήσεων” (Archive for Psychiatry and Nervous Disease) το 1867 και είχε ιδιαίτερη απήχηση. Έτσι, δημιουργείται η πρώτη επιστημονική σφαίρα επικοινωνίας του βιοϊατρικού μοντέλου. Αν και δεν αποτελεί κυρίαρχο μοντέλο της εποχής, συναναπτύσσεται με τις άλλες θεάσεις που κυριαρχούν την περίοδο του 19ου αιώνα.
Ο καθηγητής Κοινωνιολογίας Andrew Scull (1994b) εξετάζοντας την ιστορικότητα των σωματικών θεραπειών στον χώρο της ψυχικής υγείας αναφέρει πως συχνά οι θεραπείες της ψυχιατρικής έχουν διαχωριστεί σε τρία κύρια επιστημονικά Παραδείγματα:
- Η εποχή της ηθικής θεραπείας11, που εισάγονται από τους Tuke και Pinel12
- Η ψυχαναλυτική επανάσταση που εισάγεται από τον Freud, και
- Η επανάσταση των ψυχοτρόπων φαρμάκων που εισάγεται στις αρχές τις δεκαετίας του 1950 μέσω των phainothiazenes, από τους Rhône Poulenc στην Ευρώπη, και από τους Smith, Kline και French στην νότια Αμερική. Η έννοια της βιοϊατρικής, η σωματική επαγωγή του ψυχικού πόνου, λαμβάνει σάρκα και οστά στο τρίτο επιστημονικό Παράδειγμα αγκαλιάζοντας την υπόθεση της Χημικής Ανισορροπίας.
O Beer (1996) αναφέρει πως ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα ξεκινάει μία φιλοσοφική σύγκρουση η οποία συγκεντρώνεται στον όρο “ψύχωση” που πρώτο εμφανίζεται στον Γερμανόφωνο χώρο από τον Ernst von Feuchtersleben (1806 – 1849). Πιο συγκεκριμένα, η μία πλευρά αυτής της διαμάχης υποστηρίζει πως η ψυχή είναι άφθαρτη και δεν μπορεί να αρρωστήσει συνεπώς οι ψυχικές διαταραχές, όπως ορίζονταν εκείνη την περίοδο, προκαλούνται μόνο από ψυχολογικούς παράγοντες όπως είναι υπερβολικό πάθος ή αμαρτωλές πράξεις (Διανοητές / Mentalists)13 και αυτών που υποστηρίζουν πως οι ψυχικές διαταραχές προέρχονται από σωματικές παθήσεις (σωματικιστές / somaticists). Παραδόξως, στα πρώτα χρόνια, οι σωματικιστές δεν εστιάζουν στο μυαλό αλλά σε άλλα όργανα, όπως κοιλιά, σπλήνα ή το συκώτι.
Κατά την διάρκεια του επιστημονικού Παραδείγματος της ηθικής θεραπείας, που κυριαρχούσε τον 19ο αιώνα, η ιδέα πως οι ψυχικές διαταραχές, ψυχικός πόνος ή/και η τρέλα οφείλονται σε ηθικές παρεκτροπές ήταν κυρίαρχη ενώ η σωματική αντίληψη ήταν παραγκωνισμένη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της κυριαρχίας των μοραλιστικών αντιλήψεων ήταν η περίπτωση της σύφιλης. Ενώ πρόκειται για μία σωματική μεταδοτική ασθένεια, οι άνθρωποι που έπασχαν από τον ιό κατέληγαν έγκλειστοι στα ψυχιατρικά άσυλα της εποχής καθώς σε αναπτυγμένο στάδιο προκαλεί Γενική Πάρεση λόγω εκφυλισμού του εγκεφάλου. Αυτές οι συμπεριφορές των ανθρώπων ονομάστηκαν ψυχωσικές.
Η ασθένεια της σύφιλης εικάζεται πως είναι παλιότερη, η πρώτη καταγεγραμμένη περίπτωση είναι στο Παρίσι στις αρχές του 19ου αιώνα (Pearce, 2012). Όμως, μέσα σε λίγα χρόνια η Γενική Πάρεση γίνεται επιδημία στα ψυχιατρικά άσυλα της Ευρώπης (Davis, 2012). Παράγωγο της εποχής είναι πως δεν αναγνωρίστηκε εξ’ αρχής ως σωματική ασθένεια καθώς εκείνη την εποχή το κυρίαρχο επιστημονικό Παράδειγμα πρόσταζε πως η οργανική βλάβη δεν μπορεί να προκαλέσει “τρέλα”. Έτσι, η Γενική Πάρεση αρχικά ονομάστηκε, και κράτησε το όνομα της μέχρι και τον 20ο αιώνα, ως Γενική Πάρεση των Φρενοβλαβών (General Paralysis of the Insane).
Στον πίνακα 3 παρουσιάζονται εν συντομία οι επιστημονικές δημοσιεύσεις και πώς είναι σκορπισμένες στον χρόνο διανύοντας σχεδόν όλα τα επιστημονικά Παραδείγματα της ψυχικής υγείας. Οι πρώτες τέσσερεις δημοσιεύσεις αποτελούν και το θεμέλιο της αλλαγής του επιστημονικού Παραδείγματος καθώς προσπάθησαν να εδραιώσουν την ιδέα πως οι παραληρηματικές συμπεριφορές και συμπεριφορές τρέλας, όπως ονομάστηκαν τότε, δεν είναι αποκλειστικά ψυχογενείς αλλά μπορεί να οφείλονται σε οργανικές ασθένειες.
| Πίνακας 3 Επιστημονικές Δημοσιεύσεις τοποθετημένες χρονικά | |
| 1.) 1798 | Haslam J: Observations on insanity: with practical remarks on the disease, and an account of the morbid appearances on dissection, ed 1. London, Rivington, 1798 |
| 2.) 1822 | Bayle ALJ: Recherches sur l’arachnitis chronique. Paris, Thèse No. 247, 1822. Παρουσιάζεται για πρώτη φορά η Γενική Πάρεση ως αυτόνομη πάθηση |
| 3.) 1826 | Calmeil LF: De la paralysie considérée chez les aliénés. Paris, J.B. Baillière, 1826. |
| 4.) 1857 | Esmarch F, Jessen W: Syphilis und Geistesstörung. Allg Zeitschr Psychiat 1857; 14: 20–32. |
| 5.) 1905 | Schaudinn F, Hoffman E: Vorläufiger Bericht über das Vorkommen von Spirochaeten in syphilitischen Krankheitsprodukten und bei Papillomen. Arb Gesundh Amte (Berlin) 1905; 22: 527–534. |
| 6.) 1906 | von Wassermann AP, Neisser A, Bruck C: Eine serodiagnostische Reaktion bei Syphilis. Deutsche medicinische Wochenschrift, Berlin 1906; 32: 745–746. Παρουσιάζεται η ανίχνευση μέσω ορολογικών εξετάσεων |
| 7.) 1913 | Noguchi, H., & Moore, J. W. (1913). A demonstration of Treponema Pallidum in the brain in cases of General Paralysis. The Journal of experimental medicine, 17(2), 232–238. https://doi.org/10.1084/jem.17.2.232 |
| 8.) 1917 | Wagner-Jauregg J: Über die Einwirkung der Malaria auf die progressive Paralyse. [On the effect of malaria on progressive paralysis]. Psychiat Neurol Wochenschrift 1918–1919; 20: 132–134, 251–255. Επικυρώνεται η Μαλάρια ως θεραπεία της Γενικευμένης Πάρεσης |
| 9.) 1944 | Dattner B, Thomas EW, Wexler G (1944) The management of neurosyphilis. Grune and Stratton, New York Παρουσιάζεται η Πενικιλίνη από τον Bernhard Dattner στο Bellvue Νοσοκομείο της Νέας Υόρκης. |
Στον παραπάνω πίνακα είναι ευδιάκριτο πως η ανάπτυξη των ιατρικών ιδεών αρχίζει να καταλαμβάνει όλο και περισσότερο έδαφος ξεκινώντας από την ιδέα πως οι οργανικές αλλοιώσεις που εμφανιζόντουσαν με την εκφυλιστική πορεία της Γενικευμένης Πάρεσης14, μπορούν να φέρουν ψυχικές μετατοπίσεις. Η ανάπτυξη των τέχνο – επιστημονικών οργάνων ισχυροποιεί ιδιαίτερα αυτήν την θέση. Μέσω αυτών αρχίζει να φαίνεται η βακτηριακή επίδραση στο εγκέφαλο (πίνακας 3, [5]). Όμως, δεν συμβαίνει μόνο αυτό. Η πόλωση μεταξύ σωματικών και ψυχικών ερμηνειών δεν κατευνάζεται εύκολα και αργότερα θα μετουσιωθεί και στο βιοϊατρικό μοντέλο όπου το ένα μοντέλο ανάγνωσης σχεδόν αποκλείει εξολοκλήρου το άλλο.
Για παράδειγμα, η ιδέα πως απαιτείται μία σωματική λύση στον ψυχικό πόνο στην περίπτωση της Γενικευμένης Πάρεσης των Φρενοβλαβών και κατ’ επέκτασιν σε αυτόν που τότε σμιλευόταν ως έννοια ψύχωση οδήγησε τον αυστριακό ψυχίατρο Julius Wagner-Jauregg (1857 – 1940) στην ιδέα πως κάποιου είδους διαλείπων πυρετός μπορεί να αποτελέσει θεραπεία. Μπορεί σήμερα να φαίνεται ακραίο σαν ιδέα όμως καθόλου την διάρκεια των ψυχιατρικών ασύλων τα ανθρώπινα δικαιώματα παραγκωνίζονταν διαρκώς. Υπήρχαν και προηγούμενες αναφορές σχετικά με ασθένειες που έφερναν βελτίωση σε περιπτώσεις οξείας παράνοιας15 έχοντας αποκτήσει κάποια ασθένεια όπως είναι μαλάρια, τύφο ή κάποια άλλη ασθένεια που ήταν σύνηθες στο ασυλικό περιβάλλον (Withrow, 1990). O Wagner-Jauregg ερχόμενος σε επαφή με αυτές τις αφηγήσεις, όντας και ο ίδιος εκπαιδευμένος αρχικά στην παθολογία και πειραματική ιατρική και μεταπηδώντας αργότερα στην ψυχιατρική, άρχισε να πειραματίζεται, φτάνοντας το 1917 στην έκδοση της υπόθεσης του (πίνακας 3, [8]). Αν και ο ίδιος αποτελεί ένα αμφιλεγόμενο πρόσωπο16 στον χώρο της ψυχικής υγείας καθώς συχνά τα πειράματα του είχαν θανατηφόρα κατάληξη και η υπόθεση δεν έλαβε ποτέ ικανοποιητική επαλήθευση (Moncrieff 2022a), έλαβε το πρώτο βραβείο νόμπελ ως ψυχίατρος το 1927 αναδεικνύοντας την επιστημονική τάση της εποχής. Έτσι, η ελονοσιακή θεραπεία διευρύνει την ιδέα πως ίσως κάποιες σκληρές ψυχιατρικές διαταραχές να είναι ιάσιμες ή τουλάχιστον να επιδέχονται θεραπεία.
Ο Kraepelin (1962) στο βιβλίο του 100 χρόνια ψυχιατρική κάνει αρκετές αναφορές στις σκληρές και μη επιστημονικές πρακτικές των ηθικά προσανατολισμένων ψυχιάτρων. Κατηγορεί την αντίληψη περί αμαρτωλών ανθρώπων και υποστηρίζει το αφήγημα περί ασθένειας. Μετουσιώνει το επεξηγηματικό πλαίσιο από μία αμαρτωλή ζωή στο ότι δεν φταίνε οι άνθρωποι για τις πράξεις τους αλλά τα όργανα τους, η ασθένεια τους. Αν και μοιάζει με την περιγραφή που δίνει ο Ιπποκράτης, διαφοροποιείται καθώς ενσωματώνονται στο δίπολο αμαρτία ή ασθένεια προχωρώντας έτσι σε σωματικές θεραπείας. Η ανάγκη μιας σωματικής ανάγνωσης γίνεται πιο ισχυρή στις αρχές του 20ου αιώνα καθώς συναναπτύσσονται και οι τέχνο – επιστήμες. Με την εισαγωγή της σωματικής ασθένειας και ίασης δημιουργείται ένα καθήκον στο προσωπικό των ασύλων δίνοντας την αίσθηση πως εργάζονται σε ένα ιατρικό περιβάλλον (Moncrieff, 2022a). Έτσι, επιχειρείται να αναδιαμορφωθεί η εικόνα της ψυχιατρικής στην δημόσια σφαίρα που στο μεγαλύτερο κομμάτι του 20ου αιώνα είχε πρόβλημα εύρεσης ιατρών πρόθυμων να ακολουθήσουν τον κλάδο της αφού η υπόλοιπη επιστημονική κοινότητα δεν μπορούσε να εντάξει μέσα της τον κλάδο της ψυχιατρικής λόγο έλλειψης αντίστοιχων επιστημονικών αποτελεσμάτων με τους υπόλοιπους κλάδους της ιατρικής (Lebowitz & Appelbaum, 2019).
Οι απόπειρες σωματικής θεραπείας στον ψυχικό πόνο καθ’ όλη την διάρκεια της ψυχιατρικής μέχρι σήμερα διακρίνονται από μία μεγάλη αφοσίωση και πίστη συχνά παραγκωνίζοντας βασικές επιστημονικές μεθοδολογίες (Retzer, 2021). Με την είσοδο της ψυχαναλυτικής ψυχιατρικής παύεται να περιγράφεται το σώμα ως ανεξάρτητο από την ψυχή και γίνεται αποδεκτή η συνιστώσα της σωματικής ιατρικής στους κόλπους της ψυχικής υγείας. Όμως, εισάγονται για ακόμη μία φορά ιδέες που δεν μπορούν να επαληθευτούν που αργότερα ονομάστηκαν ψυχολογισμοί κάνοντας αναφορά σε εσωτερικές μη παρατηρήσιμες και επιβεβαιώσιμες συγκρούσεις δημιουργώντας πολλές αβεβαιότητες για την εγκυρότητα του επαγγέλματος. Απέναντι σε αυτό, η βεβαιότητες μιας απόλυτης απάντησης όπως δίνουν οι σωματικές θεωρίες ακμάζουν κατά τις ερχόμενες δεκαετίες, 1910 – 1940, αποτελώντας την κύρια κριτική στην ψυχαναλυτική κυριαρχία της εποχής (Scull, 1994a).
3.1 Ινσουλινό – Θεραπεία των ψυχώσεων και της σχιζοφρένειας

Ένα ακόμη παράδειγμα που καθιστά εμφανή την αξία της σωματικής ανάγνωσης του ψυχικού πόνου και την εύρεση μιας σωματικής θεραπείας είναι το παράδειγμα της ινσουλινό – θεραπείας στις αρχές τις δεκαετίας του 30’. Η εισαγωγή του ινσουλινικού κώματος γίνεται από τον Βιενέζο Ψυχίατρο Manfred Sakel (1900 – 1957). Η ινσουλινοθεραπεία περιγράφτηκε ως ειδική θεραπεία της σχιζοφρένειας. Ο Sakel εξήγησε την θεραπευτική δράση της ινσουλινικής επέμβασης λέγοντας πως σκοτώνει τα ασθενικά εγκεφαλικά κύτταρα επιλεκτικά. Νεκρώνονται μόνο των κυττάρων που φέρουν ανεπανόρθωτη βλάβη (Moncrieff, 2022a). Δεν έχουν βρεθεί ποτέ αποδείξεις για αυτούς τους ισχυρισμούς. Όμως, η χρήση του ινσουλινικό σοκ εξαπλώθηκε γρήγορα στην Ευρώπη και στη βόρεια Αμερική γινόμενη έτσι η πρώτη ειδική θεραπεία για μία ψυχική διαταραχή σε ευρεία χρήση. Ο Sakel ισχυρίστηκε πως το 70% των ασθενών θεραπεύεται πλήρως (Moncrieff, 2022a). Από την αρχή της επέμβασης ψυχίατροι της εποχής περιέγραφαν τις νευρολογικές βλάβες που προκαλούσαν οι καθημερινές δίωρες κωματώδες θεραπείες που προκαλούσε το υπογλυκαιμικό σοκ. Ακόμη και οι φιλικά προσκείμενες μελέτες περιγράφουν ένα 5% θνησιμότητα.
Η αποτελεσματικότητα της θεραπείας αμφισβητήθηκε από ψυχιάτρους της εποχής όμως η θεραπεία παρέμεινε δημοφιλής για αρκετές δεκαετίες. Επίσης, αμφισβητήθηκε και η ιδέα πως αποτελεί ειδική θεραπεία αφού μία ειδική θεραπεία δεν μπορεί να έχει τέτοιο υψηλό ποσοστό αποτυχίας, δύο στις πέντε θεραπείας (30%) δεν κρίθηκαν αποτελεσματικές. Όμως, οι βιολογικά προσανατολισμένοι ψυχίατροι υποστήριξαν την μέθοδο καθώς γι’ αυτούς πλησιάζει στην σωματική βάση της σχιζοφρένειας. Μέχρι το 1940 σχεδόν τα μισά άρθρα που δημοσιεύονταν στο British Journal of Psychiatry αφορούσαν θεραπείες που ως επί το πλείστον ήταν ινσουλινικά προκαλούμενο κώμα και χημικά προκαλούμενη θεραπεία σοκ. Κατά την διάρκεια εφαρμογής της, τα ποσοστά επιτυχίας που αναφέρονται στην Ευρώπη το 1937 φτάνουν και το 90% (Whitaker, 2002).
Ένας ειδικευόμενος ιατρός, ο Harold Bourne (1953) αμφισβήτησε την Ινσουλινό – θεραπεία αναφέροντας πως δεν είχε καμία επίδραση στην σχιζοφρένεια. Ο ίδιος ανέφερε πως λόγω της δραματικής φύσης της θεραπείας οφείλονταν η μέχρι τότε πεποίθηση πως θεραπεύει. Επίσης, σχολιάζει πως δεν είχε γίνει ποτέ μία συστηματική αξιολόγηση της θεραπείας όπως και δεν έγιναν ποτέ μελέτες που να ελέγχουν την φερόμενη αποτελεσματικότητα της συγκεκριμένης θεραπείας. Αργότερα, την ίδια δεκαετία, έγινε μια τυχαιοποιημένη δοκιμή που έδειξε πως η ινσουλινό – θεραπεία δεν είχε καλύτερα αποτελέσματα από τον ύπνο που προκαλείται με βαρβιτουρικά, μία διαδικασία αναγνωρισμένη ως μη ειδική θεραπεία (Acker, Harris & Oldham, 1957).
Η εφαρμογή της συγκεκριμένης θεραπείας έχει εγκαταλειφθεί, ενώ σήμερα είναι ασφαλές να ειπωθεί πως πρόκειται για παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και βασανισμό καθώς προκαλεί υπογλυκαιμικό κώμα και μόνιμες νευρολογικές βλάβες στους ανθρώπους. Ενώ υπήρχαν φωνές που κριτίκαραν την συγκεκριμένη θεραπεία και πριν από την τοποθέτηση του Bourne, η συγκεκριμένη δημοσίευση φαίνεται να έπαιξε ρόλο και ως προς το πότε και πού δημοσιεύτηκε. Η δημοσίευση έγινε σε ένα περιοδικό ευρείας κυκλοφορίας, στο Lancet. Το γεγονός αυτό φαίνεται να αποτελεί ισχυρό παράγοντα στην μετάδοση πληροφορίας καθώς η δημοτικότητα του επιστημονικού περιοδικού αποτελεί τον κυρίαρχο δίαυλο επικοινωνίας των επιστημών.
3.2 Άλλες απόπειρες εύρεσης σωματικών θεραπειών
Καθ’ όλη την διάρκεια του επιστημονικού Παραδείγματος της ψυχαναλυτικής ψυχιατρικής οι πειραματισμοί εύρεσης σωματικών θεραπειών δεν έχουν προηγούμενο (Scull, 1994b). Ο Scull ερευνώντας το θέμα κάνει αναφορά σε χειρουργική αφαίρεση δοντιών, αμυγδαλών, παχέος εντέρου και μήτρας. Παίρνοντας αφορμή από περιστατικά όπως είναι η Γενική Πάρεση των Φρενοβλαβών αναπτύχθηκε η ιδέα πως μία χρόνια κρυμμένη λοίμωξη μπορεί να αναπτύξει ψυχικές διαταραχές.
Πιθανόν ακολουθώντας την λογική της πυρετικής θεραπείας της νευροσύφιλης, προκαλούσαν μηνιγγίτιδα σε ανθρώπους που φέραν την διάγνωση της σχιζοφρένειας με ένεση ιππείου ορού (Moncrieff, 2022a). Επίσης, χρησιμοποιήθηκε διοξείδιο του αζώτου και του άνθρακα για πρόκληση κώματος και σπασμών και ένεση κυανιούχου άλατος προκαλώντας υποθερμία. Σημείο εστίασης αποτέλεσαν και οι ορμόνες για την θεραπεία των ανθρώπων με διαγνώσεις σχιζοφρένειας, όπως είναι η ινσουλίνη που αναφέρεται παραπάνω, αλλά και οι θυρεοειδικές ορμόνες που συνταγογραφούνταν τακτικά. Μάλιστα, ορισμένες σημειώσεις από ιστορικά ασθενών τις αναδεικνύουν ως ειδικές θεραπείες τις σχιζοφρένειας. Η καθημερινή χορήγηση θυροειδικών ορμονών βασιζόταν στην ιδέα πως η σχιζοφρένεια οφειλόταν σε ανεπάρκεια του θυρεοειδούς. Στην δεκαετία του 30’ και 40’ αναπτύχθηκε η ιδέα πως η σχιζοφρένεια οφειλόταν σε ανεπάρκεια ή ανωμαλίες των ορμονών του σεξ. Ως θεραπεία δινόντουσαν οι αντίστοιχες ορμόνες ενώ ιδιαίτερο ρόλο φαίνεται να έπαιξε και η ιδέα πως οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις ήταν ανωμαλία και συνεπώς έχρηζαν θεραπεία.



Μία ακόμη επίπονη σωματική θεραπεία που αντέχει μέχρι σήμερα, και μάλιστα είναι σε μαζική επανάκαμψη παγκοσμίως είναι η Ηλεκτροσπαθμοθεραπεία17 (ΗΣΘ) (Lehmann, 2022). Στις αρχές του 20ου αιώνα αναπτύχθηκε η υπόθεση πως η Σχιζοφρένεια και η Επιληψία είναι ανταγωνιστικές μεταξύ τους. Ακολουθώντας την υπόθεση, η ΗΣΘ προκαλεί επιληπτικές κρίσεις στους ασθενείς. Η συγκεκριμένη υπόθεση επίσης δεν έχει λάβει ποτέ επιβεβαίωση. Ήδη το 1937 είχε διαδοθεί σε Ευρώπη και βόρεια Αμερική σπασμοθεραπεία προκαλούμενη από χημικές ουσίες. Το 1938 εισήχθη και ο ηλεκτρισμός στην διαδικασία από τον Ιταλό ψυχίατρο Ugo Cerletti. Ενώ ο αρχικός στόχος της επέμβασης ήταν οι άνθρωποι με διαγνώσεις σχιζοφρένειας, σήμερα αυτή η επίπονη διαδικασία προτιμάται κυρίως σε ανθρώπους με διαγνώσεις κατάθλιψης και μανιοκατάθλιψης. Πολλές μελέτες και μεταμελέτες δείχνουν πως δεν έχει αποτελεσματικότητα η επέμβαση καθώς λίγες βδομάδες μετά την επέμβαση οι άνθρωποι δεν νιώθουν καλύτερα απ’ ότι αν δεν είχαν κάνει την διαδικασία. Μεγάλη μερίδα των επαγγελματιών ψυχικής υγείας δεν διατηρεί θετική στάση απέναντι στην διαδικασία. Όμως η ΗΣΘ παραμένει σε ισχύ δημιουργώντας παραλλαγές της επέμβασης όπως είναι εναλλαγές στον αριθμό των επεμβάσεων και της εφαρμοσμένης τάσης (Moncrieff, 2022a· Lehmann, 2022).
Ένα ακόμη σημείο πειραματισμού θεραπειών ήταν και οι χειρουργικές παρεμβάσεις ακόμη και στον εγκέφαλο. Ιδιαίτερο σημείο στην ιστορία των σωματικών θεραπειών της ψυχιατρικής φαίνεται να έπαιξε ρόλο η λοβοτομή. Είναι σημαντικό να σημειωθεί πως όλα τα παραπάνω έχουν δημοσιευθεί και σε έγκριτα επιστημονικά περιοδικά. Η λοβοτομή δεν έλαβε απλώς ευρεία αποδοχή.
3.3 Λοβοτομή ή Λευκοτομή
Η πρώτη λευκοτομή πραγματοποιήθηκε από τον António Egas Moniz (1874–1955) την δεκαετία του 30’ και σύντομα επεκτάθηκε στην Ευρώπη και βόρεια Αμερική. Ο άνθρωπος που έκανε την επέμβαση γνωστή ήταν ο Walter Freeman (1895 – 1972) μαζί με τον James Watts (1904 – 1994). Προώθησαν την επέμβαση περισσότερο από οποιαδήποτε άλλον, απλοποιώντας την διαδικασία και μετονομάζοντας την σε λοβοτομή. Η λοβοτομή είχε μία μεγάλη επίδραση στην λογική της ψυχιατρικής καθώς μοιάζει σαν μία πρώτη εδραιωμένη εκδοχή του βιοϊατρικού μοντέλου. Ο Moniz είχε ήδη πειραματιστεί στην απεικόνιση του εγκεφάλου επιχειρώντας να τον αγγειογραφήσει. Δημιούργησε την πρώτη αγγειογραφία εγκεφάλου που δημοσιεύτηκε το 1927 στο Revue Neurologique (Artico et al., 2017). Κατά την διαδικασία εκχύλισης της ακτινοσκιερής βαφής ένας ασθενείς απεβίωσε. Όντας απτόητος ο Moniz μεταπήδησε στην νεύροχειρουργική όπου και πειραματίστηκε με τις επεμβάσεις του εγκεφάλου ως θεραπεία ψυχικών διαταραχών.

Η υπόθεση του Moniz ήταν πως οι άνθρωποι που φέρουν ψυχικές διαταραχές πάσχουν από μη κανονικές νευρικές συνδέσεις που στεγάζονται στον μετωπιαίο λοβό. Η υπόθεση αυτή δεν έχει αποδειχθεί ποτέ όμως ο Moniz προχώρησε στην πρώτη λευκοτομή το 1935. Η επέμβαση είχε τόσο μεγάλη αποδοχή όπου το 1949 έλαβε βραβείο νόμπελ αποτελώντας τον δεύτερο ψυχίατρο στην ιστορία που έλαβε τέτοια αναγνώριση. Η επέμβαση ανθοφόρησε μέχρι την κυκλοφορία της Χλωροπρομαζίνη, το πρώτο νευροληπτικό, την δεκαετία του 50’ όπου και εγκαταλείφθηκε.
Η επέμβαση και σταδιοδρομία της λοβοτομής έχει αρκετές ομοιότητες με την υπόθεση της Χημικής Ανισορροπίας:
Ξεκινώντας από μία μη επιβεβαιωμένη υπόθεση θεωρήθηκε αρμόζον πως η εφαρμογή της επέμβαση/θεραπείας (που πηγάζει από την υπόθεση, δηλαδή πρόκειται για ταυτολογία) μπορεί να θεωρηθεί και ως απόδειξη (Zajicek, 2017). Παρόμοια στην υπόθεση της Χημικής Ανισορροπίας αποτέλεσε απόδειξη της υπόθεσης η επίδραση της φαρμακευτικής αγωγής.
Αξιοσημείωτα αποτελούν και τα κριτήρια επαλήθευσης που τέθηκαν για την αξιολόγηση της επέμβασης. Ενώ αποτελεί μία καθαρά βιολογική επέμβαση, όπως έγινε και στην περίπτωση της Χημικής Ανισορροπίας, τα κριτήρια αξιολόγησης ήταν καθαρά ψυχολογικά ή κοινωνικά. Ο Moniz ανέφερε πως η επιτυχία της επέμβασης ήταν 70% (σε 14 περιστατικά) μιλώντας είτε για πλήρη θεραπεία ή μερική. Ανέφερε πως οι επεμβάσεις ήταν επιτυχείς γιατί οι παθολογικές σκέψεις των ανθρώπων “φτιάχτηκαν” (Zajicek, 2017). Η επέμβαση παρουσιάστηκε και κρίθηκε όχι μόνο στις σκέψεις και τα συναισθήματα των ανθρώπων, αλλά το κριτήριο γρήγορα μετουσιώθηκε στην παραγωγικότητα τους. Οι Freeman και Watts βάσισαν τις μετεγχειρητικές αξιολογήσεις των ασθενών στις μετεγχειρητικές δραστηριότητες τους. Η κύρια πληροφορία που ενδιέφερε των Freeman ήταν η εργασιακή αποκατάσταση των ασθενών ενώ δεν έχει σημασία ποιες δραστηριότητες έπρατταν πριν την επέμβαση. Ο Raz (2009) μεταφέρει ένα απόσπασμα από τους Freeman και Watts:
“αν ο [μετεγχειρητικός σχιζοφρενής] ασθενής είναι σε θέση να κερδίσει τα προς το ζην ή να διαχειριστεί ένα νοικοκυριό ή ακόμα και να σπουδάσει ή να εργάζεται σε μερική απασχόληση, τότε το αποτέλεσμα είναι κατάλληλο να καταγραφεί ως καλό. Δεν μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα αν ο ασθενής μπορεί να επιστρέψει στη διδασκαλία της λογοτεχνίας ή να συνεχίσει τις σπουδές του στο κολέγιο ή να διευθύνει την οικογενειακή εταιρεία. Δεν περιμένουμε ότι ένας ασθενής θα ξαναρχίσει την εργασία του στον τομέα της επιστήμης ή της κοινωνικής ανάτασης που πιθανόν προηγουμένως να αποτελούσε σημαντικό μέρος των δραστηριοτήτων του. Ούτε επιμένουμε ότι ένας ασθενής θα έχει διορατικότητα ή την ικανότητα να συζητάει προσωπικά του προβλήματα. Δεν μας απασχολεί ιδιαίτερα αν ένας ασθενής διατηρεί τις ψευδαισθήσεις και τις αυταπάτες του.”
Όπως φαίνεται παραπάνω το θέμα της εργασιακής απασχόλησης ήταν το κύριο σημείο επικέντρωσης, ενώ παραγκωνίζονταν τα νοητικά ή/και συναισθηματικά θέματα των ανθρώπων. Μοιάζει παράδοξο σήμερα καθώς ιδιαίτερα η εργασιακή απασχόληση δεν εξαρτάται μόνο από τον άνθρωπο. Ο Freeman θέλησε με το κριτήριο της εργασίας να δώσει ένα σταθερό και μετρήσιμο μέγεθος αποφεύγοντας τις αυτοαναφορικές μετρήσεις που επιδέχονται πολλές αναγνώσεις. Όχι τόσο διαφορετικά, στην υπόθεση της Χημικής Ανισορροπίας και τα διαγνωστικά κριτήρια που υπάρχουν μέχρι σήμερα, τα συναισθήματα και οι σκέψεις των ανθρώπων αποπλαισιώνονται πλήρως από την αλληλεπίδραση που έχει με το περιβάλλον του. Σήμερα γίνεται επικέντρωση στα λειτουργικά συμπτώματα των διαγνωστικών κριτηρίων και όχι στο πως αλληλεπιδρά ο άνθρωπος με το περιβάλλον του, πως βιώνει τον εαυτό του μέσα σε αυτό ή αν κοινωνικές ή προσωπικές αδικίες παραμένουν ενεργές στον βίο των ανθρώπων. Για παράδειγμα, μία μέτα – ανάλυση βρήκε πως 69% των γυναικών που διαγνώστηκαν με ψύχωση σε πάνω από 70 μελέτες είχαν αναφέρει πως είχαν υποστεί βία ή σεξουαλική κακοποίηση (Leo & Lacasse, 2007). Με άλλα λόγια, στην περίπτωση της λοβοτομής αφαιρείται πλήρως η αναφορά του ανθρώπου και γίνεται εστίαση μόνο στις δραστηριότητες του ανθρώπου ενώ τα σημερινά διαγνωστικά κριτήρια αφαιρούν πλήρως το πλαίσιο, αλληλεπίδραση με το περιβάλλον και δραστηριότητες και τα κριτήρια επικεντρώνονται μόνο στις αναφορές των ανθρώπων ως προς τα φερόμενα λειτουργικά κριτήρια.
Τέλος, η επέμβαση της λοβοτομής όπως και η υπερφαρμακολογήση και χρόνια χρήση των φαρμάκων μειώνει κατά πολύ την ποιότητα ζωής των ανθρώπων όπως και μειώνει σημαντικά το προσδόκιμο ζωής τους (Hyman & Nestler, 1996· Lehmann, 2013).
Σήμερα, οι χειρουργικές επεμβάσεις θεωρούνται απάνθρωπες καθώς παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Επίσης, έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην υγεία των ανθρώπων που θεωρούνται μη αναστρέψιμες. Όμως για αρκετά χρόνια εφαρμόστηκαν σε Ευρώπη και Αμερική ενώ η βεβαιότητα μιας ιατρικής επέμβασης καλωσορίστηκε πλήρως από την Δυτική Ιατρική και Παραϊατρική κοινότητα. Συχνά περιγράφονται αυτές οι χειρουργικές επεμβάσεις ως τελευταίες λύσεις για ανθρώπους που πάσχουν από βαριές ψυχικές διαταραχές. Όμως, οι περιγραφές των Moniz και Freeman ήταν διαφορετικές. Μιλούν για επίτευξη συνεργατικότητας, που σήμερα θα περιγράφαμε αυτού του είδους συνεργατικότητα με τον όρο συμμόρφωση, δηλαδή την δραματική μείωση της αντίστασης που μπορεί να φέρουν οι άνθρωποι σε κοινωνικές πιέσεις. Επίσης, και οι εφαρμογές δείχνουν κάτι διαφορετικό. Η επέμβαση της λοβοτομής γίνονταν και σε υπερκινητικά παιδιά, αλκοολικούς και ομοφυλόφιλους. Εφαρμόστηκε σε ανθρώπους που είχαν καταδικαστεί και σε ανήλικους παραβάτες (Scull, 2014a) αναδεικνύοντας έναν υπόγειο στόχο, του ελέγχου κοινωνικά μη συμβατών συμπεριφορών και όχι μιας θεραπευτικής πρακτικής. Σήμερα γίνεται μία παρόμοια κριτική στην υπερφαρμακολογία που λαμβάνει χώρα στα συστήματα ψυχικής υγείας και τις κατασταλτικές πρακτικές.
3.4 Η εδραίωση του Βιοϊατρικού Μοντέλου
Όπως φαίνεται παραπάνω υπήρξαν πολλές απόπειρες στην ιστορία της ψυχιατρικής να αναπτυχθεί – εδραιωθεί μία βιολογική ανάγνωση του ψυχικού πόνου. Η απλοποίηση και βεβαιότητα που παρέχει μία σωματική – νοσολογική εξήγηση σε ένα τόσο σύνθετο θέμα όπως είναι η ψυχική και κοινωνική ευημερία, η επικοινωνία και αλληλεπίδραση μεταξύ μικρών και μεγάλων ανθρώπινων και αφηγηματικών συστημάτων, φαίνεται να είναι ιδιαίτερα ευπρόσδεκτη στην πολιτισμό μας. Ενώ υπάρχουν πειραματισμοί στο όνομα μιας σωματικής εξήγησης ήδη στον 19ο αιώνα, αρχίζει να αποκτά περισσότερο χώρο μετά το 1910 όπου το Ψυχαναλυτικό Παράδειγμα ήταν ήδη εδραιωμένο. Αποτέλεσε τον κύριο πόλο κριτικής αυτού του Παραδείγματος όμως δεν κατάφερε να εδραιωθεί αποτελεσματικά μέχρι την φαρμακευτική επανάσταση μετά το 1950 όπου διαμορφώνεται το τρίτο επιστημονικό Παράδειγμα, το Βιοϊατρικο Παράδειγμα. Το Βιοϊατρικό μοντέλο προωθήθηκε κατά πολύ μέσω της υπόθεσης της Χημικής Ανισορροπίας σμιλεύοντας τις απόψεις του ευρύ κοινού και τις απόψεις των επιστημών στον χώρο της ψυχικής υγείας. Ήδη από το 1987 ο Healy χαρακτήρισε την υπόθεση της Χημικής Ανισορροπίας ως ένα απαρχαιωμένο κουνιανό επιστημονικό Παράδειγμα ενώ και ο καθηγητής Ψυχολογίας Gregory Miller στο περιοδικό Science (2010) αναφέρει “πως μπορούμε με μία τεράστια επιείκεια να ονομάσουμε πρόωρη την θεώρηση του ψυχικού πόνου ως σωματικού. Αν και συναντάμε την υπόθεση της Χημικής Ανισορροπίας ή άλλων σωματικών εξηγήσεων όπως είναι γονιδιακές εξηγήσεις σε μία ευρεία κλίμακα δημοσιεύσεων, παραμένουν αβάσιμες καθώς δεν υπάρχουν μελέτες που να στηρίζουν κάτι τέτοιο.” Ο ίδιος χαρακτηρίζει αυτή την επιμονή ιδιαίτερά ύποπτη αφού παραβιάζει τους κανόνες της λογικής.
Παρόλα αυτά, η υπόθεση της Χημικής Ανισορροπίας συνεχίζει να παίζει πρωτεύοντα ρόλο μέχρι σήμερα. Μάλιστα, για τις λεγόμενες βαριές ψυχικές διαγνώσεις όπως είναι η σχιζοφρένεια και η διπολική διαταραχή συνιστάται σήμερα εφόρου ζωής φαρμακευτική αγωγή δίχως να υπάρχει κάποια στέρεη θεωρία που να αιτιολογεί αυτήν την πρακτική (Moncrieff, 2022a). Πως όμως είναι δυνατό κάτι τέτοιο και τι ρόλο παίζει η δημόσια σφαίρα σε όλο αυτό;
Υποσημείωση:
11 Ο Foucault στο βιβλίο “Η ιστορία της Τρέλας” περιγράφει την εποχή της ηθικής θεραπείας ως “η εποχή της μοραλιστικής φυλάκισης”. Ο Scull (1994b) συμπληρώνει πως ο όρος ηθική θεραπεία δεν είναι αρκετά περιγραφικός.
12 Η ιστορία της ψυχικής υγείας και των ασύλων δεν ξεκινάει κατά την μετάβαση του 19ου αιώνα όπου αυτοί οι δύο εργαζόντουσαν. Όμως εισάγουν καινούργιες θεραπευτικές ιδέες.
13 Σύμφωνα με τον Beer (1996), οι άνθρωποι που υποστήριζαν την αφθαρσία της ψυχής ανήκουν στο φιλοσοφικό ρεύμα του ρομαντισμού επηρεασμένοι από φιλοσόφους όπως ο F. W. J. von Shelling.
14 Ο Foucault στο βιβλίο “Η ιστορία της Τρέλας” περιγράφει την εποχή της ηθικής θεραπείας ως “μοραλιστικής φυλάκισης” ενώ και ίδιος συγγραφέας αναφέρει πως ο όρος ηθική θεραπεία δεν είναι αρκετά περιγραφικός.
15 Όταν έμπαιναν οι άνθρωποι στα άσυλα με την συγκεκριμένη πάθηση είχαν περίπου 4 με 5 χρόνια ζωής.
16 Ο Wagner-Jauregg ήταν θερμός υποστηρικτής της ιδέας περί φυλετικής υγιεινής (racial hygiene). Επιχείρησε να ενταχθεί στο ναζιστικό κόμμα το 1938, πριν καταλάβει το ναζιστικό καθεστώς την Αυστρία. Δεν έγινε δεκτός λόγω της εβραϊκής καταγωγής συζύγου του (Gartlehner & Stepper, 2012).
17 Θεραπεία με ηλεκτροσόκ, Electroconvulsive treatment


Απάντηση