Περιεχόμενα
2.0 Μείζων Καταθλιπτική Διαταραχή
Μιλώντας για την κατάθλιψη οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε πως μιλάμε για την διάγνωση της Μείζονος Καταθλιπτικής Διαταραχής και όχι για τα συναισθήματα των ανθρώπων. Είναι δύο ξεχωριστά θέματα που σαφώς σχετίζονται μιας και το ένα αποτελεί αντικείμενο του άλλου όμως για τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας είναι πολύ σημαντικό να διαχωρίζονται αυτά τα δύο.
Υπάρχουν δύο εγχειρίδια διαγνώσεων, το DSM3 (American Psychiatric Association, 2013) που χρησιμοποιείται κυρίως στην βόρεια Αμερική και το ICD4 που εκδίδεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και χρησιμοποιείται από την υπόλοιπη παγκόσμια κοινότητα. Το DSM εκδίδεται από την Αμερικάνικη Ψυχιατρική Εταιρεία (APA) και εξειδικεύεται εξ’ ολοκλήρου στις ψυχιατρικές διαγνώσεις ενώ το ICD περιλαμβάνει όλες τις ιατρικές διαγνώσεις, κομμάτι των οποίων αποτελούν και οι ψυχιατρικές διαγνώσεις. Τα δύο εγχειρίδια δεν σχετίζονται άμεσα μεταξύ τους και υπάρχουν διαφορές. Μάλιστα, στην τελευταία έκδοση έγιναν προσπάθειες συντονισμού και συγκατασκευής των δύο εγχειριδίων (First et al. 2021).
Τα δύο διαγνωστικά εγχειρίδια συμφωνούν ως επί το πλείστον στα κριτήρια της διάγνωσης της ΜΚΔ (Μείζων Καταθλιπτική Διαταραχή) όπως φαίνεται στο παρακάτω πίνακα:
Πίνακας 2
| DSM-5-TR | ICD – 11 |
| Ο άνθρωπος οφείλει να βιώνει (5) ή περισσότερα συμπτώματα στο μεγαλύτερο μέρος της ημέρας για τουλάχιστον δύο βδομάδες. Τουλάχιστον ένα από τα συμπτώματα οφείλει να είναι ένα από τα παρακάτω: Επίμονα συναισθήματα θλίψης Έλλειψης ενδιαφέροντος ή ευχαρίστησης | Ο άνθρωπος οφείλει να βιώνει (5) ή περισσότερα συμπτώματα στο μεγαλύτερο μέρος της ημέρας για τουλάχιστον δύο βδομάδες. Τουλάχιστον ένα από τα συμπτώματα οφείλει να ανήκει στην συλλογή Συναισθηματικών “συμπτωμάτων”: Καταθλιπτική διάθεση όπως αναφέρεται από το ίδιο άτομο (π.χ. πεσμένη διάθεση, θλίψης) ή παρατηρήσιμα στοιχεία (π.χ. δακρύβρεχτη, ηττημένη εμφάνιση). Σε παιδιά και εφήβους η καταθλιπτική διάθεση μπορεί να εκδηλωθεί ως ευερεθιστότητα. Σημαντικά μειωμένο ενδιαφέρον ή ευχαρίστηση για δραστηριότητες, ειδικά εκείνες που συνήθως θεωρούνται ευχάριστες για το άτομο. Το τελευταίο μπορεί να περιλαμβάνει μείωση της σεξουαλικής επιθυμίας. |
| Λίστα συμπτωμάτων: Επίμονα συναισθήματα θλίψης το περισσότερο της ημέρας σχεδόν κάθε μέρα. Έλλειψη ενδιαφέροντος ή ευχαρίστησης σχεδόν όλη μέρα, ακόμα και σε δραστηριότητες που κάποτε απολάμβανε ο άνθρωπος. Σημαντική μη ηθελημένης μείωσης ή αύξησης του βάρους, ή μείωση ή αύξηση της όρεξης σχεδόν κάθε μέρα. Επιβράδυνση της σκέψης και μείωση φυσικής δραστηριότητας. Αισθήματα αεικινησίας. Κόπωση ή απώλεια ενέργειας σχεδόν κάθε μέρα. Αισθήματα αχρηστίας ή έντονης ενοχής σχεδόν κάθε μέρα. Δυσκολία σκέψης ή συγκέντρωσης ή την πραγματοποίηση αποφάσεων σχεδόν κάθε μέρα. Επαναλαμβανόμενες σκέψεις θανάτου, ή αυτοκτονικού ιδεασμού δίχως συγκεκριμένο σχέδιο, ή απόπειρας αυτοχειρίας ή ένα συγκεκριμένο σχέδιο αυτοκτονίας. | Γνωσιακή – Συμπεριφορική ομάδα “συμπτωμάτων”: Μειωμένη ικανότητα συγκέντρωσης και διατήρησης της προσοχής στις εργασίες ή έντονη αναποφασιστικότητα. Πεποιθήσεις χαμηλής αυτοεκτίμησης ή υπερβολικής και ακατάλληλης ενοχής που μπορεί να είναι εμφανώς παραληρηματικές. Αυτό το στοιχείο δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι υπάρχει εάν η ενοχή ή η αυτοκατηγορία αφορά αποκλειστικά την κατάθλιψη. Απελπισία για το μέλλον. Επαναλαμβανόμενες σκέψεις θανάτου (όχι μόνο φόβος θανάτου), επαναλαμβανόμενοι ιδεασμοί αυτοκτονίας (με ή χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο) ή στοιχεία απόπειρας αυτοκτονίας. Νευροφυτική ομάδα “συμπτωμάτων”: Σημαντικά διαταραγμένος ύπνος (καθυστερημένη έναρξη του ύπνου, αυξημένη συχνότητα αφύπνισης κατά τη διάρκεια της νύχτας ή νωρίς το πρωινό ξύπνημα) ή υπερβολικός ύπνος. Σημαντική αλλαγή στην όρεξη (μειωμένη ή αυξημένη) ή σημαντική αλλαγή βάρους (αύξηση ή απώλεια). Ψυχοκινητική διέγερση ή καθυστέρηση (παρατηρήσιμη από άλλους, όχι απλώς υποκειμενικά συναισθήματα ανησυχίας ή επιβράδυνσης). Μειωμένη ενέργεια, κόπωση ή έντονη κούραση μετά από μια ελάχιστη προσπάθεια. |
| Το πένθος δεν μπορεί να εξηγήσει τα παραπάνω συμπτώματα ικανοποιητικά. | |
Η διάγνωση της κατάθλιψης ανήκει στις συναισθηματικές διαταραχές όπου υπάρχουν διάφορες υποκατηγορίες αυτής της διάγνωσης όπως είναι (σύμφωνα με το ICD 11):
- Καταθλιπτική διαταραχή ενός επεισοδίου
- Υποτροπιάζουσα καταθλιπτική διαταραχή
- Δυσθυμική διαταραχή
- Μικτή καταθλιπτική και αγχώδης διαταραχή
- Προεμμηνορροϊκή δυσφορική διαταραχή
- Άλλες καθορισμένες καταθλιπτικές διαταραχές
- Καταθλιπτικές διαταραχές, απροσδιόριστες
Επιπροσθέτως, τα δύο εγχειρίδια τονίζουν πως οι άνθρωποι που έχουν λάβει διάγνωση της διπολικής διαταραχής, κατά την φάση της επονομαζόμενης καταθλιπτικής περιόδου τα συμπτώματα που περιγράφονται από τα δύο εγχειρίδια είναι ίδια με αυτά που περιγράφονται στις καταθλιπτικές διαγνώσεις. Για τον λόγο αυτό κάνουν την διευκρίνιση πως οι άνθρωποι που φέρουν συμπεριφορές που διαγιγνώσκονται ως μανιακές δεν μπορούν να λάβουν καταθλιπτικές διαγνώσεις (World Health Organization, 2022· American Psychiatric Association, 2013).
Το Εθνικό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας των Ηνωμένων Πολιτειών (National Institute of Mental Health, χ. η.) αναφέρει πως δεν υπάρχει ένας μόνο παράγοντας για την εμφάνιση της Μείζονος Καταθλιπτικής Διαταραχής. Κοινωνικοί παράγοντες όπως χρόνια ανεργία, φτώχεια, αισθήματα κοινωνικής αδικίας, μοναξιά και πένθος ενώ άλλοι παράγοντες όπως είναι βιολογικοί, άλλες ιατρικές διαγνώσεις (διαβήτης, καρκίνος κ.α) και χρήση ουσιών και αλκοόλ φαίνεται να έχουν επίσης επιβαρυντικές επιδράσεις στους ανθρώπους αυξάνοντας τις πιθανότητες να βιώσουν (βαριά) συναισθήματα βαρυθμίας και πιθανός να λάβουν μία καταθλιπτική διάγνωση (WHO, 31/04/2023). Το κατά τη γέννα αποδιδόμενο φύλο δημιουργεί επίσης διαφοροποιήσεις αφού σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας 4% των ανδρών λαμβάνουν μία καταθλιπτική διάγνωση σε αντίθεση με το 6% των γυναικών. Οι άνθρωποι που μεταβαίνουν σε αλλαγή του κοινωνικού τους φύλου, transgender community ή κοινότητα διεμφυλικών ανθρώπων, έχει διαπιστωθεί πως φέρουν μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης συναισθηματικής βαρυθυμίας που οδηγεί στην διάγνωση καταθλιπτικών διαταραχών (Hoffman, 2014), καθώς η κοινωνική ζωή αυτών των ανθρώπων κλονίζεται από το ισχυρό ταμπού της αλλοίωσης του κατά τη γέννηση αποδιδόμενο κοινωνικό φύλλο.
Αν και οι άνθρωποι λαμβάνουν διαγνώσεις συναισθηματικών διαταραχών σε όλο το ηλικιακό φάσμα της ζωής τους, οι περισσότερες διαγνώσεις δίνονται κατά το τέλος της ανήλικης ζωής και στα πρώτα βήματα της ενήλικης φτάνοντας μέχρι τα μέσα της 3ης δεκαετίας του ανθρώπου (Lewinsohn, 1998, WHO, χ.η.). Το συγκεκριμένο ηλικιακό σημείο όπου επιδίδονται αυτές οι διαγνώσεις δεν αποτελεί εξαίρεση, εν αντιθέσει ακολουθεί τον κανόνα αφού οι περισσότερες διαγνώσεις ψυχικών διαταραχών εμφανίζονται / επιδίδονται σε αυτήν την ηλικία (Kessler, 2007). Μία πιθανή εξήγηση έχει να κάνει με το πολιτισμικό μας πρότυπο. Τα παιδιά παραμένουν παιδιά στην ευρύτερη περιοχή της οικογενείας μέχρι τα 18 τους ή το τέλος των σπουδών τους, και μετά οφείλουν να ασκήσουν το δικαίωμα του ανεξάρτητου βίου. Αυτή η μετάβαση είναι ιδιαίτερα δύσκολη για παιδιά που διαχειρίζονται επικοινωνιακές δυσκολίες στην οικογένεια τους, τραυματικά γεγονότα που μετατρέπονται σε μυστικά, συσσωρεύοντας ενοχικά συναισθήματα, ενώ παράλληλα δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν όλο και περισσότερο με το περιβάλλον τους (Schlippe & Schweitzer, 2008). Έτσι, το βήμα της ανεξαρτητοποίησης έρχεται σε άμεση σύγκρουση με τον καθημερινό βίο που φέρει πολλές δυσκολίες.
Κατά την διάρκεια του πρώτου έτος της Πανδημίας του Covid – 19 οι διαγνώσεις άγχους και κατάθλιψης αυξήθηκαν παγκοσμίως κατά 25% (WHO, χ.η.). Σύμφωνα με την ίδια αναφορά νέοι άνθρωποι και γυναίκες έχουν μεγαλύτερη συμβολή σε αυτήν την αύξηση. Το επιστημονικό προσωπικό του Π.Ο.Υ. εικάζει πως πρόκειται για την επίδραση της κοινωνικής απομόνωσης που επιβλήθηκε στην διάρκεια της πανδημίας. Είναι καθοριστική η επίδραση που έχουν οι κοινωνικές επαφές, η συνύπαρξη και η ανάγκη που έχουμε ως άνθρωποι για αλληλεπίδραση με άλλους ανθρώπους προκειμένου να αναπτύξουμε αισθήματα ευημερίας και ευεξίας.

2.1 Γιατί είναι σημαντική η διάγνωση της Μείζονος Καταθλιπτικής Διαταραχής
Ο Παγκόσμιος οργανισμός υγείας ανακήρυξε το 2004 (The global burden of disease, 2004) την “κατάθλιψη” ως 3η κατά σειρά διάγνωση στην κλίμακα βαρύτητας που προσβάλει σοβαρά την ποιότητα ζωής των ανθρώπων, με εκτίμηση πως το 2030 θα αποτελεί την 1η κατά σειρά στην κλίμακα βαρύτητας. Σύμφωνα με την Eurostat (2021) 7,2% των ανθρώπων αναφέρουν πως πάσχουν από χρόνια κατάθλιψη. Οι Mahli και Mann (2018) περιγράφουν την διάγνωση και θεραπεία της Μείζονος Καταθλιπτικής Διαταραχής ως ιδιαίτερα δύσκολη καθώς, όπως αναφέρουν, εκδηλώνεται με ποικίλους τρόπους. Το σύμπλεγμα των συναισθηματικών διαταραχών, όπως αποδίδεται παραπάνω, εμπεριέχει εξαιρετικά δύσκολες και ποικίλες κλινικές εικόνες.
Οι διαγνώσεις κατάθλιψης και άγχους αποτελούν σήμερα τις πιο συχνές διαγνώσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση αγγίζοντας μαζί σχεδόν το 10% του γενικού πληθυσμού (OECD/EU, 2018). Η Ελλάδα διατηρεί τον υψηλότερο βαθμό καταθλιπτικών διαγνώσεων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης ακολουθούμενη από την Ισπανία. Το συγκεκριμένο ποσοστό αφορά τους ανθρώπους που έχουν αναζητήσει υποστήριξη από το σύστημα ψυχικής υγείας καθώς υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι που είτε αναζητούν ψυχοθεραπευτική υποστήριξη από ιδιώτες δίχως την εμπλοκή κάποιας αγωγής, δηλαδή δεν σημειώνεται κάποια διάγνωση στον Αριθμό Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης (ΑΜΚΑ) των ανθρώπων, είτε δεν αναζητούν καμία υποστήριξη από επαγγελματίες ψυχικής υγείας, βρίσκοντας διαφορετικές λύσεις ή/και υπομένοντας μεγάλη έκπτωση στην ποιότητα ζωής τους.
Η υπόθεση της Χημικής Ανισορροπίας που αναφέρεται και ως η σωματική ανάγνωση του ψυχικού πόνου (Deacon, 2013), έχει επηρεάσει κατά πολύ την αντιμετώπιση – θεραπεία αυτών των διαγνώσεων. Η δημοσιογραφική ομάδα της Civio (Bernardo et al., 2021) ερευνώντας τα συστήματα ψυχικής υγείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση καταλήγει σε ένα ευρέως για την Ελλάδα γνωστό αποτέλεσμα, πως τα συστήματα ψυχικής υγείας ευνοούν περισσότερο την Φαρμακοθεραπεία, που αποτελεί μία σωματική θεραπεία, έναντι της Ψυχοθεραπείας. Συχνά, η αναμονή για συνάντηση με ψυχολόγο στο δημόσιο σύστημα υγείας είναι μεγάλη, ενώ στον ιδιωτικό τομέα η διαδικασία της ψυχοθεραπείας είναι μία ιδιαίτερα ακριβή διαδικασία για τους σημερινούς μισθούς. Επιπροσθέτως, άλλες μορφές πλαισίωσης του ψυχικού πόνου που δεν άπτονται των σωματικών θεραπειών, όπως είναι ομάδες αυτοβοήθειας, επίσης σπανίζουν στον χώρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Joint Action on Mental Health and Well-being, 2017). Επίσης, παρατηρείται πόλωση σε σχέση με την φαρμακευτική αγωγή στα ψυχιατρικά νοσοκομεία. Μία επισκόπηση που έγινε το 2007 στα δημόσια ψυχιατρικά νοσοκομεία του Ηνωμένου Βασιλείου βρήκε πως το 98 – 100% των εσωτερικών ασθενών λαμβάνει συνταγογραφούμενη αγωγή. Μάλιστα, οι περισσότεροι λαμβάνουν αρκετά φάρμακα ταυτόχρονα. Αυτό ονομάζεται πολυφαρμακολογία και κοκτέιλ ψυχιατρικών φαρμάκων αναδεικνύοντας έτσι το σύνηθες αυτού του επικίνδυνου φαινομένου.
Η διάγνωση της Μείζονος Καταθλιπτικής Διαταραχής είναι σημαντική γιατί αφορά μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Πέρα από το εύρος της διάγνωσης των συναισθηματικών διαταραχών αν συνυπολογιστεί και το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο των ανθρώπων αυτών το ποσοστό επί του συνολικού πληθυσμού πολλαπλασιάζεται. Οι άνθρωποι και οι οικογένειες, φίλοι/ες και συνεργάτ(ιδ)ες είναι αυτοί/ες που έρχονται αντιμέτωποι/ες με ερωτήματα που συχνά απαντιούνται από την υπόθεση της Χημικής Ανισορροπίας:
– Τελικά τι συμβαίνει στον άνθρωπο;
– Τι είναι η κατάθλιψη;
– Είναι ασθένεια;
– Είναι κληρονομική;
– Κινδυνεύει και το παιδί μας;
– Τι οφείλουμε να κάνουμε ώστε να φύγει η κατάθλιψη; κ.ο.κ.
Επίσης, σε αντίθεση με τις διαγνώσεις άγχους, οι διαγνώσεις κατάθλιψης λαμβάνουν φερόμενα ειδικά φάρμακα (SSRI’s) (Horwitz, 2010). Η χρήση ειδικών θεραπειών και ειδικών φαρμάκων έχει άμεση σύνδεση με την έννοια μιας ειδικής πάθησης όπως προτάσσει η θεωρία της χημικής ανισορροπίας. Τα φάρμακα που έχουν σαν βάση την Βενζοδιαζεπίνη αποτελούν φάρμακα που στοχεύουν στην αντιμετώπιση του άγχους και της αϋπνίας. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Φαρμάκων δεν μπορεί να τοποθετηθεί διαχωριστική γραμμή μεταξύ υπνωτικών και αγχολυτικών φαρμάκων (European monitoring center for drugs and drug addiction, χ.η.). Θα γίνει ειδική αναφορά παρακάτω στην ειδικότητα των φαρμάκων.
Επίσης, με την συγχώνευση της υπόθεσης της Χημικής Ανισορροπίας και την κατάθλιψη παρατηρείται μία ραγδαία αύξηση και των ανθρώπων που λαμβάνουν την διάγνωση της Μείζονος Καταθλιπτικής Διαταραχής. Οι Oflson et al. (2002) αναφέρουν πως μόλις σε 10 χρόνια, από το 1987 μέχρι το 1997, παρατηρείται αύξηση της εμφάνισης της διάγνωσης ΜΚΔ από 0,73% σε 2,33% στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Επίσης, παρατηρείται μία αύξηση της χρήσης των αντικαταθλιπτικών φαρμάκων για τους ανθρώπους που φέρουν την παραπάνω διάγνωση από 37,3% (1987) σε 74,5% (1997) ενώ την ίδια στιγμή παρατηρείται μία μείωση της χρήσης ψυχοθεραπευτικών μεθόδων αντιμετώπισης της Μείζονος Καταθλιπτικής Διαταραχής από 71,1% (1987) σε 60,2% (1997). Στην επόμενη δεκαετία παρατηρείται εκ νέου μία αύξηση των ανθρώπων που λαμβάνουν την διάγνωση της ΜΚΔ φτάνοντας το ποσοστό των 2,88% (2007) (Marcus & Olfson, 2010) ενώ σήμερα το ποσοστό είναι ακόμα μεγαλύτερο. Στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά τη δεκαετία 1992 με 2002 οι συνταγές αντικαταθλιπτικών αυξήθηκαν κατά 243%. Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι και η άνοδος του κόστους των αντικαταθλιπτικών αφού κατά κύριο λόγο συνταγογραφούνται καινούργιες και ακριβές κατηγορίες ψυχιατρικών φαρμάκων δημιουργώντας μία αύξηση κόστους 700%.
Αν και σπάνια μία τέτοια αλλαγή μπορεί να οφείλεται μόνο σε ένα παράγοντα, η σύνδεση της διάγνωσης της κατάθλιψης με την υπόθεσης της Χημικής Ανισορροπίας φαίνεται να έχει παίξει έναν σημαντικό ρόλο σε αυτό. Οι διαγνώσεις που εστιάζουν στην θλίψη και τα συναισθήματα εν γένει ξεκινούν στα ελληνιστικά χρόνια και έχει σημασία να αναδειχθεί η πορεία των εννοιολογήσεων και αιτιολογήσεων αυτών των συμπεριφορών μέσα στην πάροδο του χρόνου.
3 Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders. H τωρινή του έκδοση ονομάζεται DSM-5-TR (Text Revision)
4 International Classification of Diseases 11th Revision – The global standard for diagnostic health information.


Απάντηση